Κείμενο: Στέλιος Οικονομάκης
Φωτογραφίες: Στέλιος Οικονομάκης, Δημήτρης Αναστασάκης, Νατάσα Σπηλιοπούλου, Κούλα Γδοντάκη
Video: Δημήτρης Αναστασάκης
Μοντάζ: Στέλιος Οικονομάκης
Τι θα λέγατε για ένα ταξίδι στο παρελθόν;
Οι μηχανές του χρόνου ξεκινούν από την μεταπολεμική Σερβία με επόμενους σταθμούς την Μεσαιωνική Βουδαπέστη και τη σημαδεμένη από το Ναζισμό Κρακοβία. Συνεχίζουν διασχίζοντας την Αναγεννησιακή πλευρά της Σλοβακίας και χάνονται στα Ρουμάνικα Καρπάθια, ανάμεσα σε άλογα και κάρα, κυνηγώντας το μύθο του Δράκουλα. Γυρίζουν το ρολόι πενήντα χρόνια πίσω για να βρεθούν στις πρώην κομμουνιστικές και ανεξερεύνητες Μολδαβία και Ουκρανία, ενώ λίγο πριν την επιστροφή τους στο σήμερα ακολουθούν τον Παρευξείνιο δρόμο για να συναντήσουν την Βουλγαρία της δεκαετίας του 1980.

Αναχώρηση
«Όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει» διάβαζα πριν λίγο καιρό σε ένα άλλο ταξιδιωτικό. Ή όπως λέει ο Murphy «Όταν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει». Δέκα μέρες περίπου πριν αναχωρήσουμε, οι οδηγοί βυτιοφόρων αναγγέλλουν απεργία. Σκεπτόμενος πάντα θετικά λέω «σιγά μωρέ, πόσο θα κρατήσει»… Αμ δε, η απεργία δεν λέει να λήξει και συνεχίζεται μέχρι και την μέρα αναχώρησης μας. Η τελευταία ανακοίνωση αναμενόταν την Παρασκευή το μεσημέρι -ημέρα αναχώρησης μας- και εγώ πάλι ήμουν πεπεισμένος ότι όλα θα πάνε καλά. Ετοίμαζα τις τελευταίες λεπτομέρειες όταν το τηλέφωνο μου χτυπά. Στην άλλη πλευρά της γραμμής ο συνταξιδιώτης Δημήτρης με ρωτά: «Είδες ειδήσεις;». «Όχι» του απαντώ. Και συνεχίζει «Η απεργία συνεχίζεται, τι κάνουμε;».
Απ’ το μυαλό μου αστραπιαία περνάν εικόνες από όλο το τρέξιμο του σχεδιασμού, και τα χαμένα λεφτά από τις κρατήσεις ξενοδοχείων και εισιτηρίων. Αυτό-σφαλιαρώνομαι και βάζω μπροστά το πλαν μπι.
Στην Ελλάδα έχουμε να κάνουμε μόνο 500 χιλιόμετρα. Άρα αν ξεκινήσουμε γεμάτοι και με 3-4 τετράλιτρα καβάτζα, βγαίνουμε χαλαρά από τα σύνορα. Ο προβληματισμός μου ήταν μόνο το KTM του Μήτσου που κατεβάζει την βενζίνη όπως κατεβάζει ο διψασμένος οδοιπόρος το νερό στη Σαχάρα. Κουτσά στραβά όμως θα τα βγάζαμε πέρα. Ξεχυνόμαστε λοιπόν για να βρούμε κάποιο βενζινάδικο απ’ αυτά που τους πηγαίνανε κάμποσα λίτρα με τα ιδιωτικά βυτία των εταιριών. Η επιχείρηση στέφεται σύντομα επιτυχώς, φουλάρουμε, παίρνουμε την καβάτζα μας, φορτώνουμε και τραβάμε για το σημείο συνάντησής μας, το κατάστημα GAS.

Πρωταγωνιστές σε αυτό το οδοιπορικό ο Δημήτρης με KTM Adventure 990, ο Μανώλης με τη Κούλα με Suzuki V-Strom 650 και η αφεντιά μου με συνοδοιπόρο τη Νατάσα με Yamaha TDM 900.
Αποχαιρετάμε τους λίγους φίλους που έχουν μαζευτεί για να μας ευχηθούν καλό ταξίδι και τραβάμε το καθιερωμένο πια δρομολόγιο για το λιμάνι της Σούδας. Η διαδικασία έχει καταντήσει ιεροτελεστία. Μπύρα, ευχές, τελευταίες λεπτομέρειες και νάνι. Αύριο έχει πολύ πρωινή αναχώρηση και μας περιμένουν ~900 δύσκολα χιλιόμετρα.
31 Ιουλίου, Πειραιάς – Nis, χιλ 882

Το πλοίο δένει αρκετά πρωί και εμείς έξι το πρωί έχουμε πάρει τους δρόμους. Η πρωινή δροσιά πάντα βοηθάει στο να καταπιούμε χιλιόμετρα, η έλλειψη βενζίνης όμως κρατάει τους κινητήρες μας κάτω από τις 5000 στροφές. Η τύχη μας χαμογελά και 120 χιλιόμετρα έξω απ’ την Αθήνα βρίσκουμε ανοικτό βενζινάδικο. Φουλάρουμε και χωρίς άγχος συνεχίζουμε προς Ευζώνους. Με μικρές στάσεις για ξεμούδιασμα, ξαλάφρωμα και ανεφοδιασμό από τα μπιτόνια μας, φτάνουμε στα σύνορα γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι. Φορ δε ρέκορντ συναντήσαμε δύο ανοικτά πρατήρια στα Τέμπη, αλλά γινόταν της… κακομοίρας. Προτιμήσαμε να ξοδέψουμε τα μπιντονάκια μας…

Ο έλεγχος στα ελληνικά σύνορα σύντομος αλλά όχι και στο γειτονικό φυλάκιο των Σκοπίων. Παρεμπιπτόντως είμαστε οι μοναδικοί που επιμένουμε να λέμε την γειτονική χώρα Σκόπια ή ΦΥΡΟΜ. Ο χάρτης στο tank bag μου γράφει Μακεδονία και η πράσινη κάρτα που δείχνω στον συνοριοφύλακα MK. Το παιχνίδι είναι χαμένο προ πολλού. Λόγω λοιπόν αυτής της διαφωνίας του ονόματος, πολλές φορές έχουν παρατηρηθεί προβλήματα στα σύνορα. Περνώντας τον πρώτο έλεγχο κάνω νόημα στον δεύτερο υπάλληλο για το αν μου επιτρέπει να περάσω. Λόγω μοτοσυκλέτας σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει τελωνειακός έλεγχος. Όλοι οι υπάλληλοι απλά σου κάνουν νόημα να περάσεις. Έτσι και εδώ, ο υπάλληλος μου γνέφει καταφατικά και εγώ περνάω. Το ίδιο και ο Δημήτρης από πίσω μου. Σταματάμε λίγο μετά τα σύνορα για να περιμένουμε και τον τρίτο της παρέας, τον Μανώλη, ο οποίος εμφανίζεται αλαφιασμένος λέγοντάς μας: «Ρε ‘σεις μου κράτησε τα διαβατήρια ο τελωνειακός και θέλει να πάτε πίσω». Μεταβολή λοιπόν στον τελωνοφύλακα ο οποίος ισχυρίζεται ότι τον αγνοήσαμε και ότι παραλίγο να τον πατήσουμε! Συγκρατώ τα νεύρα μου, ξέροντας ότι έχει το πάνω χέρι και ότι άμα θέλει θα ξημερωθούμε εκεί, του εξηγώ ευγενικά ότι νόμιζα πως μου έκανε νόημα να περάσουμε και του ζητάω συγνώμη. Το θέμα λήγει εκεί ευτυχώς και αναχωρούμε βρίζοντας τον από μέσα μας.
Τον ξεχνάμε γρήγορα πάντως καθώς μια πομπή αυτοκινήτων για κάποιο γάμο μας τραβάει το ενδιαφέρον. Όλοι οι επιβάτες τους κρέμονται από τα παράθυρα, τραγουδώντας παραδοσιακά τραγούδια, ενώ απ’ την ηλιοροφή του πρώτου οχήματος ένα κύριος βιντεοσκοπεί το γεγονός.


Στα πρώτα βενζινάδικα που συναντάμε γίνεται χειρότερος χαμός απ’ αυτά που συναντήσαμε στα Τέμπη. Τα ρεζερβουάρ μας έχουν ακόμα απόθεμα και συνεχίζουμε βόρεια μέχρι να βρούμε κάποιο με λιγότερη κίνηση. Βρίσκουμε μεν, αλλά μας έμελλε χαλασμένη αντλία η οποία μας καθυστερεί αρκετά. Τον χρόνο αναμονής γεμίζουν οι τέσσερεις μοτοσυκλέτες με ελληνικές πινακίδες που καταφθάνουν για ανεφοδιασμό. Οι Σαλονικιότες φίλοι τραβάνε για Αυστριακές και Κροατικές Άλπεις.
Οι μοναδικές στάσεις που κάνουμε στην γειτονική χώρα -εκτός από το βενζινάδικο- είναι στους τρεις σταθμούς διοδίων όπου και πληρώνουμε 1€ ανά μοτοσυκλέτα. Κανονικά τα διόδια κοστίζουν 50 (ή 60 ανάλογα το σταθμό) δηνάρια, δηλαδή περίπου 70-80 λεπτά, αλλά μας κλέβουν -εν γνώση μας- στην μετατροπή. Αν δεν θες να μπλέξεις με συνάλλαγμα καλύτερα να έχεις κέρματα μαζί σου. Συνήθως «δεν έχουν» ρέστα να σου επιστρέψουν…

Φτάνουμε στα σύνορα με Σερβία όπου γίνεται ο κακός χαμός από κίνηση. Με τα πολλά καταφέρνουμε να ξεμπερδέψουμε και τραβάμε για τα τελευταία χιλιόμετρα της ημέρας επί Σέρβικου εδάφους. Ο καιρός μπροστά μας μουντός αλλά δεν δείχνει ακόμα απειλητικός για βροχή. Μία μέλισσα περνάει μέσα στο μανίκι του Μήτσου κερνώντας τον με μια τσιμπιά. Το παίζει αντράκι και δεν σταματάει για να βάλει αμμωνία πληρώνοντας το με δύο μέρες φαγούρα. Καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα μακριά απ τα σύνορα μπαίνουμε στην εθνική οδό για να διανύσουμε άλλα τόσα γρήγορα χιλιόμετρα με μηδαμινή κίνηση. Στρίβουμε πριν την Nis πληρώνοντας 2€ διόδια ανά μοτοσυκλέτα. Δεν υπήρχε καμία πινακίδα να αναγράφει το ποσό που έπρεπε να πληρώσουμε και ο υπάλληλος δεν μας δίνει καμία απόδειξη για την συναλλαγή, αφήνοντάς μας με την απορία για το που καταλήγουν τα χρήματα που δώσαμε. Στο μυαλό μου έρχονται τα λόγια του νεαρού Σέρβου που είχα ρωτήσει σε προηγούμενο ταξίδι για το που παίρνεις εισιτήρια για το λεωφορείο, παίρνοντας την αποστομωτική απάντηση: «Κανείς δεν αγοράζει εισιτήρια για το λεωφορείο, εδώ είναι Σερβία».
Τα τελευταία χιλιόμετρα γίνονται μέσω μικρών και φτωχών χωριών, με τόσο διαφορετικές εικόνες από αυτές που έχουμε συνηθίσει, οι οποίες είναι ένα πρόγευμα για το τι θα συναντήσουμε στο φετινό μας οδοιπορικό. Ένα σύμπλεγμα εικόνων από κάρα φορτωμένα με γεωργικά προϊόντα τα οποία τα σέρνουν άλογα ή γελάδια, αυτοκίνητα που μόνο σε μουσεία μπορείς να συναντήσεις και ανθρώπους να κάνουν διάφορες εργασίες στα χωράφια τους χειρονακτικά.

Διασχίζουμε μια φτωχογειτονιά σκαρφαλώνοντας ένα λόφο που στην κορυφή του φιλοξενεί το μοντέρνο ξενοδοχείο Aleksandar στο οποίο έχουμε κάνει κράτηση. Τακτοποιούμαστε τάχιστα και τραβάμε να σβήσουμε την κούραση μας στην πισίνα του με φόντο την πόλη στα πόδια μας και τα αστραπόβροντα στο βάθος. Λίγο πριν αρχίσει η βροχή μεταφερόμαστε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου για να γεμίσουμε τα άδεια στομάχια μας. Η βροχή δυναμώνει και οι υπάλληλοι στο ξενοδοχείο μας κάνουν χώρο για να βάλουμε τις μοτοσυκλέτες μας κάτω από υπόστεγα. Το φαγητό καλό και φτηνό, και τα πιάτα δεν λένε να σταματήσουν να έρχονται στο τραπέζι. Σταματάμε μόνο όταν πια ζοριζόμαστε να διπλώσουμε τον κορμό μας και τραβάμε με το ζόρι για να αποθέσουμε τα κορμιά μας στα κρεβάτια μας.
1 Αυγούστου, Nis-Βουδαπέστη, χιλ 641

Η βρόχα έπεφτε ράιτ θρου όλο το βράδυ, αλλά ευτυχώς το πρωί έχει κοπάσει. Τα σύννεφα παραμένουν απειλητικά και το ψιλόβροχο μας κάνει παρέα στα πρώτα μας χιλιόμετρα προς Βελιγράδι. Ο άδειος δρόμος με τρεις λωρίδες ανά κατεύθυνση κρατά το γκάζι μας ψηλά και με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε βενζινάδικο μετά βίας μετά από διακόσια χιλιόμετρα. Ο Μανώλης παραπονιέται ότι η μοτοσυκλέτα του πατινάρει και αγχώνεται πως θα μείνει από δίσκους. Ρεγουλάρουμε λίγο την ντίζα και problem solved. Συνεχίζουμε βόρεια και σύντομα βρισκόμαστε πάνω από την πρωτεύουσα όπου ταλαιπωρούμαστε λόγω της κίνησης και των έργων. Προσπαθούμε να βρούμε την έξοδο για Novi Sad αλλά οι πινακίδες και το navigator μας στέλνουν στην πίσω πλευρά ενός super market.

Ξαναβγαίνουμε στον κεντρικό για να δούμε νέες πινακίδες προς Novi Sad 500 μέτρα πιο κάτω. Η κίνηση ελαττώνεται αλλά ο αυτοκινητόδρομος είναι μισοτελειωμένος. Πότε κινούμαστε σε φρεσκοστρωμένο δρόμο με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση και πότε μέσω έργων. Οι ευθείες ατελείωτες, και το τοπίο κατά το πλείστον αδιάφορο με μόνη εξαίρεση την εντυπωσιακή γέφυρα που διασχίζει τον Δούναβη. Σε κάποιο βενζινάδικο συναντάμε μια παρέα Γερμανούς με super sport μοτοσυκλέτες όπου γυρίζουν από τουρ σε Τουρκία και Ελλάδα. Καταριούνται τους τούρκικους δρόμους και υμνούν τους δικούς μας. Λόγω άθλιων αγγλικών -αυτών ντε, εμείς το σπικάρουμε βέρι γουέλ- δεν καλοκαταλάβαμε ποιούς δρόμους μας υμνούσαν για να τους επισκεφτούμε και εμείς.

Εν τέλει φτάνουμε στα σύνορα για Ουγγαρία όπου για άλλη μία φορά γίνεται πανζουρλισμός. Ο έλεγχος σχολαστικός και για πρώτη φορά ζητάνε να ανοίξουμε μια πλαϊνή μπαγκαζιέρα! Κατά τα άλλα ο σύντομος διάλογος που είχα με τον συνοριοφύλακα ήταν στα ελληνικά:
Συνοριοφύλακας: Που πας;
Η αφεντιά μου: Βουδαπέστη.
Συνοριοφύλακας: Καλό ταξίδι
Η αφεντιά μου: Ευχαριστώ πολύ.
Με το που περνάμε τα σύνορα υπάλληλοι διοδίων με ανακλαστικά γιλέκα μας οδηγούν στο παραπλήσιο ταμείο για να αγοράσουμε κάρτες διοδίων προς 765 φιορίνια ανά μοτοσυκλέτα. Τα € γίνονταν δεκτά, τα ρέστα ήταν σε φιορίνια.
Παρεμπίπτοντος για την διαδρομή από Nis μέχρι τα σύνορα δώσαμε 13,5€ διόδια ανά μοτοσυκλέτα και περάσαμε από 3 σταθμούς διοδίων (ένα πάνω από το Βελιγράδι όπου πληρώσαμε 7,5€ και δύο από Βελιγράδι για Novi Sad με κόστος 2,5 και 3,5€ αντίστοιχα).
Διανύουμε εκατό εβδομήντα χιλιόμετρα αδιάφορου τοπίου για να φτάσουμε στην άδεια πρωτεύουσα της Ουγγαρίας. Ο λόγος της ερήμωσης οφείλεται στον αγώνα της Formula 1 ο οποίος διεξάγεται σήμερα στην πίστα Hungaroring, είκοσι χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη. Μπορεί να το απολαμβάνουμε σήμερα, αλλά πιστέψτε μας δεν το απολαύσαμε καθόλου κατά την διάρκεια του σχεδιασμού όπου ψάχναμε κατάλυμα. Σχεδόν όλα τα ξενοδοχεία είχαν διπλάσια τιμή μόνο γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο! Εν τέλει κλείσαμε στο Regency Suites και το οποίο καταφέρνουμε να πλησιάσουμε μετά από αρκετή ώρα καθώς περικλειόταν από πεζόδρομους και κλειστούς δρόμους λόγω έργων.

Το ξενοδοχείο βρίσκεται πολύ κοντά στο κέντρο και είναι ένα παλιό ανακαινισμένο κτίριο, με άνετα δωμάτια αλλά έχει πολύ ακριβό φυλασσόμενο πάρκινγκ. Εμείς προτιμούμε να χρησιμοποιήσουμε το δημόσιο χώρο στάθμευσης ακριβώς μπροστά του. Τακτοποιούμαστε και τραβάμε για μια πρώτη γνωριμία με την Πέστη.
Για τους μη γνωρίζοντες η Βούδα βρίσκεται στην νότια πλευρά του Δούναβη, ενώ η Πέστη στην βόρεια. Κάθε μια διεκδικεί επάξια τον τίτλο της ωραιότερης πλευράς της πόλης αλλά δυστυχώς εμείς δε θα μπορέσουμε να εκφέρουμε γνώμη γιατί όπως θα δείτε στη συνέχεια, και λόγω του λιγοστού χρόνου που είχαμε, “αδικήσαμε” την Πέστη.
Ο κεντρικός πεζόδρομος, η Vaci Ucta, βρίσκεται μόλις τρία τετράγωνα μακριά από το κατάλυμα μας. Σύντομα λοιπόν βρισκόμαστε να βολτάρουμε σε αυτόν χαζολογώντας τα γραφικά κτίρια και τον κόσμο που πηγαινοέρχεται. Δύο τετράγωνα ακόμα πιο μακριά συναντάμε τον Δούναβη με τα δεκάδες πλωτά εστιατόρια και την Chain Bridge στο βάθος η οποία είναι και η πρώτη μας στάση. Η γέφυρα σχεδιάστηκε από τον Άγγλο μηχανικό William Tierney Clark το 1839 και η κατασκευή της άρχισε την ίδια χρονιά υπό την επίβλεψη του Σκωτσέζου Adam Clark. Είναι δε ο μεγάλος αδελφός της Marlow Bridge η οποία διασχίζει τον ομώνυμο ποταμό στην ομώνυμη πόλη της Αγγλίας. Εγκαινιάστηκε το 1849 και ήταν η πρώτη μόνιμη γέφυρα που συνέδεε την Βούδα με την Πέστη. Τα λιοντάρια που κοσμούν τους πυλώνες τοποθετήθηκαν το 1852 ενώ η γέφυρα ανακατασκευάστηκε δις. Μία το 1914 όπου και έγιναν εργασίες ενδυνάμωσής της και δεύτερη το 1949 όπου αποκαταστήθηκαν οι ζημιές από το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.

Το “κάδρο” της φωτογραφικής μηχανής “γεμίζει” με το επιβλητικό κάστρο που δεσπόζει στο λόφο πίσω απ’ την γέφυρα (γι αυτό θα μιλήσουμε αύριο όπου και θα το επισκεφτούμε).

Συνεχίζουμε παραλιακώς απολαμβάνοντας τα ζεστά χρώματα του ηλιοβασιλέματος, ψάχνοντας ταυτόχρονα κάπου να σβήσουμε την πείνα μας. Θέλοντας να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό, οργώνουμε τα πλωτά εστιατόρια καταλήγοντας τελικά στο Spoon, το οποίο όπως αποδεικνύεται εκτός της υπέροχης θέας, έχει και πολύ καλό φαγητό. Οι τιμές πάντως κυμαίνονται σε επίπεδα Ελλάδος.


2 Αυγούστου, Βουδαπέστη
Τόσα πολλά αξιοθέατα, αλλά τόσο λίγος χρόνος. Ξεκινάμε αρκετά νωρίς προς Βούδα, περνώντας για ακόμα μία φορά από την Chain Bridge.

Παίρνουμε το τελεφερίκ το οποίο βρίσκεται απέναντι από την γέφυρα (κόστος περίπου 3€/άτομο) και ανηφορίζουμε στο κάστρο της Βούδας. Για το σημερινό «σύμπλεγμα» κτιρίων ευθύνονται οι διάφοροι βασιλιάδες της Ουγγαρίας. Η κατασκευή του ξεκίνησε γύρω στο 1250 μ.Χ. και οι προσθήκες συνεχίστηκαν για περίπου 700 χρόνια, μέχρι να πάρει την σημερινή του μορφή. Λεπτομέρειες για τα αξιοθέατά του θα αναφέρω καθώς τα επισκεπτόμαστε.

Βγαίνοντας από το τελεφερίκ το πρώτο πράγμα που βλέπει κανείς είναι το επιβλητικό άγαλμα του Turul, πτηνό της μυθολογίας που φέρεται να ήταν αγγελιοφόρος του Θεού.

Το μάτι μαγνητίζεται από την υπέροχη θέα προς τον Δούναβη και την Πέστη.

Λίγο πιο δυτικά βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ματθαίου η οποία σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε αρχικά το 1015 σε Ρωμανικό ρυθμό. Το σημερινό κτίριο, κατασκευάστηκε περί το 1450-1500 σε Γοτθικό ρυθμό. Εντυπωσιακή μεν, αλλά οι σκαλωσιές μας χάλασαν τα φωτογραφικά πλάνα. Αρκεστείτε με μερικά κομμάτια απ’ αυτήν…


Παραδίπλα της βρίσκεται το άγαλμα του πρώτου χριστιανού βασιλιά της Ουγγαρίας, του Στέφανου του πρώτου. Έχει ανακηρυχθεί άγιος λόγω του ότι οι Ούγγροι του οφείλουν πολλά από την σημερινή μορφή της χώρας τους. Στο κέντρο της Πέστης υπάρχει μία εκκλησία αφιερωμένη σε αυτόν, στην οποία εκθέτεται και το μουμιοποιημένο χέρι του. Δυστυχώς όμως δεν προλάβαμε να την επισκεφτούμε.

Λίγο πιο βόρεια υπάρχει τo Fisherman Bastion (προμαχώνας των ψαράδων) το οποίο σχεδιάστηκε από τον Σούλεκ για τη Συντεχνία των Ψαράδων το 1895. Καταλαμβάνει τη θέση όπου βρίσκονταν τα αμυντικά τείχη της Βούδας και μια πλατεία όπου παλαιότερα πωλούνταν ψάρια. Το κτίριο, από όπου προσφέρεται θέα στο Δούναβη και την Πέστη, είναι μια καθαρά αισθητική προσθήκη στα τείχη του κάστρου. Εμάς πάλι, ο συνδυασμός του ονόματος με την εικόνα που αντικρίσαμε, μας έφερε κάτι από ψάρεμα τουριστών. Δεκάδες καφετέριες ανάμεσα στις κολώνες του κτιρίου και ελάχιστος χώρος για να απολαύσει κανείς την θέα. Στριμωχτήκαμε πάντως για να τραβήξουμε μερικές καλές φωτογραφίες.


Προχωράμε προς την νοτιοδυτική πλευρά του κάστρου για να δούμε τα συντρίμμια της εκκλησίας που ήταν αφιερωμένη στην Μαρία την Μαγδαληνή. Κατά την οθωμανική αυτοκρατορία ήταν η μοναδική Χριστιανική εκκλησία στο κάστρο, αλλά ανατινάχτηκε το 1686 όταν μετά την ήττα των Τούρκων παραδόθηκε στο δόγμα των Φραγκισκανών. Στην θέση της χτίσθηκε μια νέα εκκλησία σε ρυθμό μπαρόκ η οποία και καταστράφηκε κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Διασώζεται μόνο ο πύργος της φωτογραφίας.

Επιστρέφουμε προς το τελεφερίκ για να συνεχίσουμε το τουρ μας στο βασιλικό παλάτι το οποίο φιλοξενεί και το ιστορικό μουσείο.


Στην πίσω πλευρά του υπάρχει το πολυφωτογραφημένο σιντριβάνι του βασιλιά Ματθαίου το οποίο φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Alajos Stróbl. Απεικονίζει μία ομάδα κυνηγών που βρίσκεται πάνω σε βράχους των οποίων ηγείται ο βασιλιάς. Μαζί τους μερικά κυνηγετικά σκυλιά και ένα νεκρό ελάφι.

Συνεχίζουμε την πορεία μας μέσω μίας αρένας που πραγματοποιούσαν επιδείξεις με άλογα και στη συνέχεια αποχαιρετάμε το κάστρο κατηφορίζοντας προς την γραφική συνοικία Taban.

Περπατάμε για λίγο παράλληλα με τον Δούναβη μέχρι να φτάσουμε στους πρόποδες του λόφου Gellert. Η ανάσα κόβεται μόνο στη σκέψη για άνοδο στον απότομο λόφο. Όμως, η θέα μας ανταμείβει καθ’ όλη την πορεία.

Σε κάποιο πλάτωμα παίζουν τον παπά. Βλέπουν τουρίστες και στήνουν σκηνικό. “This here, this here, this where?” Ένας ποντάρει συνεχώς λάθος και άλλοι δύο τον διορθώνουν δείχνοντάς του το σωστό χαρτί. Εμφανίζεται ακόμα ένας και μπαίνει στο παιχνίδι. Κερδίζει και φεύγει. Καλοστημένη κομπίνα. Εμείς τραβάμε λίγο πιο δίπλα για να χαζέψουμε το άγαλμα του Ιταλού αρχιεπίσκοπου Gellert ο οποίος κλήθηκε από τον βασιλιά Στέφανο για να προσηλυτίσει τους Ούγγρους στο Χριστιανισμό. Οι αντιφρονούντες παγανιστές τον έβαλαν μέσα σε ένα βαρέλι και τον πέταξαν από τον λόφο στον Δούναβη.

Επιστρέφοντας, πιάνουμε τους παπατζήδες στα πράσα να έχουν στήσει πηγαδάκι. Ακολουθούν μερικά δευτερόλεπτα σιγής και αφού βλέπουν ότι δεν προλαβαίνουν να στήσουν το σκηνικό τους, συνεχίζουν ατάραχοι την κουβέντα τους. Συνεχίζουμε να ανηφορίζουμε για αρκετή ώρα μέχρι επιτέλους να ξεκορφήσουμε στο εντυπωσιακό άγαλμα της ελευθερίας το οποίο απεικονίζει την απελευθέρωση της πόλης από τα ναζιστικά δεσμά.

Η ιστορία λέει ότι το μνημείο κατασκευάστηκε αρχικά εις μνήμη του υιού του αντιβασιλέα Horthy, ηγέτη της Ουγγαρίας μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων του οποίου ο γιος είχε σκοτωθεί σε αεροπορικό δυστύχημα!

Το άγαλμα αρχικά σχεδιάστηκε να κρατά ένα σπαθί στα χέρια του, αλλά κατά την εποχή της ανέγερσης ο αντιβασιλέας καθαιρέθηκε και ένα φύλλο φοίνικα αντικατέστησε το σπαθί. Ο Ρώσος στρατιώτης ήταν η κομουνιστική πινελιά που προστέθηκε στην βάση του αγάλματος.

Το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι όλα τα κομουνιστικά αγάλματα έχουν μεταφερθεί στο πάρκο αγαλμάτων, μερικά χιλιόμετρα έξω από την πόλη, εκτός από το συγκεκριμένο. Ο λόγος είναι βέβαια ότι το μνημείο της ελευθερίας θεωρείται το πιο σημαντικό μνημείο στην Βουδαπέστη.
Πίσω από το άγαλμα υπάρχει το Citadella (στα ουγγρικά σημαίνει φρούριο) το οποίο χτίστηκε στον στρατηγικής σημασίας λόφο το 1851. Στο φρούριο αρχικά εγκαταστάθηκαν αυστριακά στρατεύματα, μέρος της συνθήκης συμμαχίας των δύο χωρών το 1967, ενώ στη συνέχεια ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή και ως μέρος στέγασης άστεγων. Από το 1960 είναι τουριστικό αξιοθέατο.
Μερικά αντιαρματικά φιλοξενούνται στην πλευρά του φρουρίου που βλέπει προς τον Δούναβη.

Η πόλη φημίζεται για τα ιαματικά λουτρά της και τα διασημότερα από αυτά υπάρχουν στο ξενοδοχείο Gellert το οποίο βρίσκεται στους πρόποδες του ομώνυμου λόφου που μόλις επισκεφτήκαμε. Έχοντας γράψει αρκετά χιλιόμετρα θα δίναμε και το βασίλειο μας για μια νεροτσουλήθρα… αλλά μιας και δεν διαθέτουμε κανένα κατηφορίζουμε τον λόφο για να βρεθούμε ακριβώς στην είσοδο του.


Τρώμε λίγη ώρα επιλέγοντας τι θα κάνουμε μέσα από ένα αρκετά μεγάλο κατάλογο και τελικά ως γνήσιοι Έλληνες αποφασίζουμε να πάρουμε το βασικό πακέτο. Τα υπόλοιπα πακέτα περιλάμβαναν χαλαρωτικά σπα, λάσπες, βούρκα και άλλα καλλωπιστικά καλούδια, τα οποία λόγω της αδιαμφισβήτητης ομορφιάς μας, δεν τα είχαμε ανάγκη. Αν κάποιος σας πει ότι δεν τα κάναμε γιατί δεν θα διόρθωναν και τίποτα είναι κακεντρεχής και ζηλιάρης.
Το βασικό πακέτο λοιπόν, κόστιζε 3600 φιορίνια ανά άτομο (~12€) και 600 (~2€) για πετσέτα για τους βλάκες -εμάς δηλαδή- που δεν πήραμε μια από το ξενοδοχείο. Πλερώνουμε και τραβάμε αρχικά στην διάσημη και πολυφωτογραφισμένη πισίνα του με το πανέμορφο αρτ-νουβό εσωτερικό της, τις μαρμάρινες κολόνες και τα πολύχρωμα μωσαϊκά.

Δίπλα ακριβώς μια μικρότερη πισίνα με θερμό νερό στους 36ο Κελσίου…

Αφού έχουμε σπαταλήσει αρκετές ώρες στα εσωτερικά λουτρά, οδεύουμε να πάρουμε και μια γεύση από τα εξωτερικά. Αρχικά στην πισίνα με τα τεχνητά κύματα, η οποία τελικά μας αφήνει αδιάφορους, για να μετακομίσουμε στη συνέχεια στην παραπλήσια θερμή. Χαλαρώνουμε εκτελώντας άριστα το Ελληνικό σπορ “κουτσομπολεύω τους πάντες” για αρκετή ώρα, μέχρι να αποφασίσουμε ότι ήρθε η ώρα να φύγουμε.


Το hi tech ντουλάπι μου το οποίο άνοιγε με το βραχιολάκι που μου είχανε δώσει στην είσοδο δεν λέει να ανοίξει και η ανεύρεση κάποιου υπεύθυνου ήταν ολίγον δύσκολη υπόθεση.
Αφήνουμε πίσω τα λουτρά περνώντας από την πλευρά της Πέστης έχοντας θέα το εκκλησάκι του σπηλαίου του λόφου Gellert, γνωστό και ως σπήλαιο του Αγίου Ιβάν αναφερόμενο σε έναν ερημίτη ο οποίος ζούσε στο σπήλαιο και πραγματοποιούσε θαύματα στην ιαματική πηγή που βρισκόταν εκεί. Η εκκλησία κτίστηκε από τους Ιερείς του τάγματος του Παύλου το 1962 και σχεδιάστηκε έτσι, ώστε να μοιάζει με το άγιο σπήλαιο της Λούρδης.

Έχει αρχίσει να σουρουπώνει όταν επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο. Γρήγορο μπανάκι και βουρ για βόλτα στην πόλη μετά μοτοσυκλέτας. Περνάμε από την φωτισμένη Chain Bridge και σταματάμε απέναντι από το μέγαρο του Κοινοβουλίου.

Είναι το μεγαλύτερο κτίριο της χώρας με μήκος 268 μέτρα και ύψος 96 και αποτελείται από 691 δωμάτια. Το σχέδιο του βασίζεται στο κοινοβούλιο του Λονδίνου και οι εργασίες κατασκευής κράτησαν από το 1884 μέχρι το 1902.
Συνεχίζουμε περνώντας πάνω από το Margaret Island για να καταλήξουμε στο Tabani Terasz για φαγητό. Ο χώρος του εστιατορίου πάνω στο δρόμο είναι γεμάτος και οι σερβιτόροι μας οδηγούν σε μια πανέμορφη εσωτερική αυλή. Δοκιμάζουμε όλες τις τοπικές σούπες και τα πιάτα τα οποία είναι πεντανόστιμα.
3 Αυγούστου, Βουδαπέστη-Κρακοβία (χιλ 400)

Κατά την αναχώρηση γινόμαστε μάρτυρες μίας κλήσης για παράνομη στάθμευση. Να μου πείτε τι το περίεργο μπορεί να έχει ένα μπιλιετάκι; Διαβάστε και θα δείτε. Ο δημοτικός αστυνομικός που περισσότερο μοιάζει με πρόσκοπος φιλοδωρεί την Porsche με ιταλικές πινακίδες που είναι παρκαρισμένη δίπλα μας. Κατά αρχάς κόβει την κλήση, φροντίζει για την αδιαβροχοποίησή της τοποθετώντας την μέσα σε νάιλον σακουλάκι και στη συνέχεια την τοποθετεί στον υαλοκαθαριστήρα. Βγάζει μια φωτογραφική μηχανή και αποθανατίζει τόσο το κατόρθωμά του όσο και το αυτοκίνητο από όλες τις γωνίες. “Αδιάψευστα τα στοιχεία κύριε πρόεδρε…”.
Εμείς αναχωρούμε πριν περιλάβει και εμάς, κάνοντας ένα πρωινό πέρασμα μέσα από την Πέστη για να δούμε, τουλάχιστον από μακριά, αυτά που δεν προλάβαμε να επισκεφτούμε και στη συνέχεια τραβάμε βόρεια προς Σλοβακία.

Η διαδρομή αρχίζει επιτέλους να γίνεται ενδιαφέρουσα. Επαρχιακός δρόμος, καταπράσινος με ωραία στροφιλίκια και λιγοστή κίνηση.

Διανύουμε ογδόντα χιλιόμετρα πριν περάσουμε τα ανοικτά σύνορα της Σλοβακίας. Η διαδρομή παραμένει πανέμορφη αλλά ο καιρός κλείνει επικίνδυνα μπροστά μας και οι πρώτες σταγόνες δεν αργούν να μας συναντήσουν. Σύντομα όμως μετατρέπονται σε καταιγίδα και μια γέφυρα αναλαμβάνει το ρόλο του προσωρινού μας υπόστεγου.

Βάζουμε αδιάβροχα και συνεχίζουμε για να διασχίσουμε ένα από τα πιο όμορφα κομμάτια της σημερινής διαδρομής, αυτό που ανηφορίζει προς το χιονοδρομικό κέντρο Donovaly. Δυστυχώς λόγω βροχής οι φωτογραφικές μηχανές σε αυτό το υπέροχο μέρος έμειναν σιωπηλές.
Κατηφορίζοντας ο καιρός ανοίγει και πάλι, το θερμόμετρο ανεβαίνει και τα αδιάβροχα τάχιστα παίρνουν θέση στις αποσκευές μας. Η διαδρομή παραμένει κατά το πλείστον γραφική.



Oravsky Hrad στην κωμόπολη Oravsky Podzamok

Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω διασχίζουμε τα επίσης ανοικτά σύνορα με Πολωνία.

Η «πράσινη διαδρομή» συνεχίζεται με τη μόνη διαφορά ότι η χώρα είναι τρελά πυκνοκατοικημένη. Το ένα χωριό διαδέχεται το άλλο με συνέπεια να κινούμαστε σε αρκετά χαμηλές ταχύτητες.

Ο καιρός έχει αρχίσει να κλείνει για ακόμα μία φορά και οι πρώτες ψιχάλες δεν αργούν να κάνουν την εμφάνιση τους. Η βροχή όλο και δυναμώνει και εμείς ψάχνουμε μάταια για στέγαστρο. Σταματάμε στο πλάι του δρόμου μέσα σε τρελή καταιγίδα. Εμείς προσπαθούμε να βάλουμε αδιάβροχα και τα αυτοκίνητα από πίσω μας σταματούν λόγω κακής ορατότητας από την δύναμη της βροχής. Σαν παπάκια ξεκινάμε να πλατσουρίζουμε για καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα μέχρι την πόλη της Κρακοβίας. Ευτυχώς μέσα στην πόλη η βροχή ηρεμεί αλλά η κίνηση είναι ανυπόφορη. Φτάνουμε στο σημείο που έπρεπε να είναι το ξενοδοχείο μας αλλά δεν βλέπουμε την πινακίδα του πουθενά. Ρωτάμε, τους δείχνουμε τον χάρτη, την οδό του ξενοδοχείου μάταια για αρκετή ώρα, ώσπου από ένα γειτονικό τουριστικό γραφείο μας δείχνουν το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε. Το ξενοδοχείο Globus βρισκόταν είκοσι μέτρα παρακάτω… μόλις στρίψαμε την γωνία… Έλεος!
Το προσωπικό φιλικότατο, με άριστα το δέκα έπαιρνε δώδεκα, αλλά η συνεννόησή μας για το πάρκινγκ μας τρώει πάνω από μισή ώρα. Ναι μεν μας έστειλαν σε κάποιο συμβαλλόμενο πάρκινγκ στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου, ο υπεύθυνος του χώρου όμως δεν μπορούσε να μας καταλάβει με τίποτα.
Η βροχή ξαναρχίζει και κρατάει όση ώρα εμείς τακτοποιούμαστε στο άνετο ξενοδοχείο. Σταματάει ευτυχώς με το που βγαίνουμε για εξόρμηση στην πόλη. Πορεία λοιπόν προς το ιστορικό κέντρο, μνημείο της Unesco από το 1978 με την πλατεία του που είναι η μεγαλύτερη μεσαιωνική πλατεία της Ευρώπης.

Εκεί φιλοξενείται η βασιλική της Παρθένου Μαρίας χτισμένη το 14ο αιώνα σε γοτθικό ρυθμό. Ανά μία ώρα, από τον 80 μέτρα ύψους πύργο της, ακούγεται μια μελωδία η οποία είναι η σάλπιγγα που κάποτε ηχούσε ως προειδοποίηση κινδύνου κατά τις, εξαιρετικά τακτικές, εισβολές στην πόλη. Η μελωδία διακόπτεται απότομα, σε ανάμνηση του σαλπιγκτή που σκοτώθηκε κατά την εισβολή των Τατάρων το 14ο αιώνα χτυπημένος από ένα βέλος στο λαιμό. Η εκκλησία είναι διάσημη για την ξυλόγλυπτη Άγια Τράπεζα του Veit Stoss.


Στο κέντρο της πλατείας βρίσκεται το Sukiennice ή Cloth Hall, ένα μεγάλο αναγεννησιακό κτίριο στο οποίο στεγάζονται δεκάδες μαγαζάκια με σουβενίρ. Κέντρο εμπορίου από την εποχή που κατασκευάστηκε, εξυπηρετούσε τους περιπλανώμενους εμπόρους αλλά και τους ντόπιους οι οποίοι συγκεντρώνονταν σε αυτό για να πουλήσουν ή να ανταλλάξουν την πραμάτεια τους.

Στην πλατεία μπορεί κανείς να θαυμάσει και τον πύργο του Δημαρχείου. Είναι ότι έχει απομείνει από το παλιό δημαρχείο το οποίο γκρεμίστηκε το 1820 για λόγους διαπλάτυνσης της πλατείας.

Συνεχίζουμε για λίγο τον περίπατό μας στα στενά της παλιάς πόλης η οποία περικλείεται από τρία χιλιόμετρα αμυντικά τείχη με 46 πύργους και εφτά εισόδους. Είναι δε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παλαιάς πολωνικής πόλης, καθώς η Κρακοβία διατέλεσε πρωτεύουσα της χώρας μέχρι και το 1596.

Κατά τον περίπατό μας περνάμε και από το εντυπωσιακό θέατρο του Juliusz Słowacki. Κατασκευάστηκε το 1893 στη θέση μίας παλαιάς εκκλησίας και ήταν το πρώτο δείγμα της πολωνικής αρχιτεκτονικής. Ήταν δε το πρώτο κτίριο της πόλης με ηλεκτρικό ρεύμα.

Τα στομάχια μας διαμαρτύρονται έντονα και η επιλογή μας για σήμερα είναι το Il Forno, μια πιτσαρία με υπέροχο περιβάλλον πολύ κοντά στην κεντρική πλατεία. Το φαγητό καλό και πάμφθηνο.
Πριν επιστρέψουμε στα κρεβάτια μας κάνουμε ένα νυκτερινό περίπατο στο φωταγωγημένο ιστορικό κέντρο.

4 Αυγούστου, Κρακοβία – Άουσβιτς – Wieliczka Salt Mines
Πολύ κοντά στην Κρακοβία (~60 χλμ) βρίσκεται το γνωστό ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς, το οποίο είχαμε αποφασίσει να επισκεφτούμε. Είχαμε φροντίσει να κλείσουμε τουρ σε αυτό από την προηγούμενη με κόστος περίπου 30€ το άτομο.
Εννέα το πρωί λοιπόν αναχωρούμε με το λεωφορείο του τουριστικού γραφείου αρχικά προς το μουσείου του Άουσβιτς. Καθ’ όλη την πορεία μαθαίνουμε αρκετά στοιχεία από την ξεναγό και ένα φιλμάκι με ντοκουμέντα παίζει στο μόνιτορ του λεωφορείου. Μιάμιση ώρα αργότερα φτάνουμε στο μουσείο όπου γίνεται ψιλοχαμός. Παρακάμπτομε τις ουρές λόγω γκρουπ και ακολουθούμαι την ξεναγό μας.

Η ξενάγηση απίστευτη, καταφέρνει να μας βάλει σε ένα κλίμα που, ναι μεν, δεν είναι καθόλου ευχάριστο, αλλά όπως γράφει και στην είσοδο του μουσείου:

Ιστορικά λοιπόν το 1940 ο Χάινριχ Χίμλερ διέταξε να χτιστεί το Άουσβιτς, το μεγαλύτερο συγκρότημα στρατοπέδων της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας. Η συνολική του έκταση ανερχόταν στα 40 χμ² και αποτελούνταν από τρία κύρια και 39 δευτερεύοντα στρατόπεδα. Τα τρία κύρια στρατόπεδα ήταν τα εξής:
- Άουσβιτς Ι, το αρχικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και το διοικητικό κέντρο ολόκληρου του συγκροτήματος, όπου δολοφονήθηκαν περίπου 70.000 άνθρωποι, κυρίως πολωνοί διανοούμενοι και σοβιετικοί αιχμάλωτοι.
- Άουσβιτς ΙΙ Μπίρκεναου, στρατόπεδο εξόντωσης, όπου δολοφονήθηκαν περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι, κυρίως Εβραίοι.
- Άουσβιτς ΙΙΙ (Μόνοβιτς), στρατόπεδο εργασίας
Συνολικά εκτοπίστηκαν στο Άουσβιτς περισσότεροι από 1,3 εκατομμύρια άνθρωποι, από τους οποίους τουλάχιστον 1,1 εκατομμύρια εξοντώθηκαν. Περίπου 900.000 πέθαναν μετά από επιλογή που γινόταν άμεσα κατά την άφιξή τους. Άλλοι 200.000 άνθρωποι πέθαναν από ασθένειες, υποσιτισμό, βαρύτατη κακοποίηση, συνέπειες ιατρικών πειραμάτων ή δολοφονήθηκαν. Οι συνηθέστεροι τρόποι εκτέλεσης ήταν δηλητηρίαση με αέριο σε θαλάμους αερίων, πυρά πυροβόλου όπλου, θανατηφόρα ένεση, απαγχονισμός και θάνατος από ασιτία.
Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από το Άουσβιτς Ι:










Το τουρ μας συνεχίστηκε με επίσκεψη στο Άουσβιτς ΙΙ Μπίρκεναου. Σημειωτέων ότι το μουσείο, δηλαδή το Άουσβιτς Ι, μπορείς να το επισκεφτείς μόνο με γκρουπ (αν δεν έχεις κλείσει σε βάζουν αυτοί σε ένα), ενώ στο Μπίρκεναου η είσοδος είναι δωρεάν. Η διαφορά είναι πως τα οργανωμένα γκρουπ κάνουν μια μικρή ξενάγηση στο δεύτερο. Ο χώρος είναι τεράστιος και προσωπικά θα ήθελα να είχα περισσότερο χρόνο για φωτογραφίες. Ακολουθούν ότι μπόρεσα να τραβήξω στο σύντομο χρόνο που είχα στην διάθεση μου:



Επιστροφή προς Κρακοβία και μιας και είχαμε αρκετό χρόνο στην διάθεση μας αποφασίζουμε να πάμε με οργανωμένο γκρουπ και στα ορυχεία αλατιού της Wieliczka. Το κόστος ίδιο (~30€/άτομο).
Μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco από το 1978 και χαρακτηρισμένο ως ένα από τα υπόγεια θαύματα του κόσμου, το ορυχείο έχει μια ιστορία 700 χρονών, από το 13ο αιώνα μέχρι και σήμερα. Το ορυχείο αποτελείται από συνολικά 300 χιλιόμετρα στοών, σε εννέα επίπεδα τα οποία φτάνουν σε βάθος 327 μέτρων! Από αυτά μόλις τα 3,5 χιλ στα τρία πρώτα επίπεδα είναι επισκέψιμα. Η θερμοκρασία μέσα στο ορυχείο είναι σταθερή στους 15ο Κελσίου. Ο αριθμός των επισκεπτών ανέρχεται σε 800.000 ετησίως, που σημαίνει περίπου 2200 άτομα την ημέρα.
Σήμερα, εκτός από εμάς, το ορυχείο επισκέπτονται ορισμένα μοντέλα από τον διαγωνισμό Miss Supranational 2010 συνοδευόμενα από επισήμους και δημοσιογράφους.

Κατά την είσοδό μας λοιπόν κατεβαίνουμε 380 σκαλοπάτια για να βρεθούμε 135 μέτρα κάτω από την επιφάνεια.

Η ξενάγηση ξεκινά και περνώντας μέσα από αρκετές στοές και δωμάτια γνωρίζουμε τον τρόπο εξόρυξης του αλατιού και την ζωή των εργατών του ορυχείου κατά τα παλιά χρόνια. Τον καιρό εκείνο λοιπόν η εργασία στα ορυχεία θεωρούταν από τις καλύτερες και οι εργάτες ήταν από τους πιο καλοπληρωμένους. Η τέχνη περνούσε από πατέρα σε υιό και ούτω κάθε εξής. Λόγω του ότι η επιστροφή στην επιφάνεια ήταν χρονοβόρα οι εργάτες περνούσαν πολλές φορές αρκετές μέρες στις στοές του ορυχείου. Τον ελεύθερό τους χρόνο άρχιζαν να ασχολούνται με την γλυπτική και σιγά-σιγά άρχισαν να φτιάχνονται το πρώτα αγάλματα και εκκλησίες σκαλισμένα όλα σε ορυκτό αλάτι.

Αριστουργηματικό είναι το ξωκλήσι του Blessed Kinga, που είναι μια κανονική εκκλησία με τα κηροπήγιά της, την τράπεζα, τα στασίδια και ότι περιλαμβάνει ένας ναός, μόνο που όλα είναι από σμιλεμένο αλάτι.


Ο ξεναγός μας, ισχυρίστηκε ότι το ορυχείο κατέχει δύο θέσεις στο βιβλίο Guinness, μία για την πρώτη υπόγεια πτήση αερόστατου και άλλη μία για το πρώτο υπόγειο bungee. Και τα δύο έγιναν στην αίθουσα που ονομάζετε Stanisław Staszic η οποία έχει 50 μέτρα ύψος. Στην επίσημη ιστοσελίδα αναφέρεται, ότι στην υπόγεια λίμνη του ορυχείου, ο πολυπρωταθλητής του windsurf Mateusz Kusznierewicz, πραγματοποίησε το όνειρό του, κάνοντας το αγαπημένο του σπορ εκεί που κανείς άλλος δεν έχει τολμήσει!

Στο τέλος της ξενάγησης ένα ασανσέρ το οποίο δεν ενδείκνυται για κλειστοφοβικούς σε ανεβάζει στην επιφάνεια. Μία πολύ καλή ιδέα από το τι ακριβώς είδαμε μπορείτε να πάρετε μέσω της σελίδας του ορυχείου και μέσω του interactive map που παραθέτουμε.
Μελανό σημείο της ξενάγησης ήταν πως ο ξεναγός βιαζόταν τόσο πολύ να τελειώσει την βάρδιά του, σε σημείο που πολλές φορές το σκηνικό έμοιαζε με υπόγειο αγώνα δρόμου.
Επιστροφή στο ξενοδοχείο, γρήγορο μπάνιο και βουρ για νυκτερινό περίπατο και μάσα στο προτεινόμενο παραδοσιακό εστιατόριο Chlopskie Jadlo. Παραγγέλνουμε μια ποικιλία παραδοσιακών εδεσμάτων η οποία καταφθάνει λίγη ώρα αργότερα υπό τον ήχο κουδουνιών και φυσικά υπό τα βλέμματα όλων των θαμώνων. Παρ’ όλα αυτά δεν πτοηθήκαμε καθόλου. Οι πεντανόστιμοι μεζέδες σύντομα εναποτέθηκαν σε κάποια γωνιά των στομαχιών μας.

5 Αυγούστου, Κρακοβία
Αν ξανασχεδίαζα το ταξίδι δεν θα «σπαταλούσα» δεύτερη μέρα στην Κρακοβία. Όλα τα αξιοθέατά της μπορεί κανείς να τα δει κάλλιστα σε ένα απόγευμα. Η μέρα μας λοιπόν σήμερα είναι πολύ χαλαρή. Τραβάμε αρχικά προς την εβραϊκή συνοικία (Kazimierz) όπου και πέφτουμε πάνω σε μια αγορά με αντίκες. Γερμανικά καπέλα και κονκάρδες, γραμμόφωνα, φωτογραφικές μηχανές, ρολόγια εποχής και διάφορα άλλα αντικείμενα μαγνητίζουν τα βλέμματα μας.


Δίπλα μία καφετέρια που αντί για τραπεζάκια είχε παλαιές ραπτομηχανές.

Συνεχίζουμε το περίπατό μας στην γραφική συνοικία η οποία διατηρεί ακόμα την αυθεντικότητά της καθώς καμία αλλαγή δεν έχει γίνει σε αυτή από το 1940 όπου έγινε το ολοκαύτωμα. Η αυθεντικότητα αυτή ενέπνευσε τον Steven Spielberg να γυρίσει σε αυτήν την περιοχή τη γνωστή ταινία «Η λίστα του Σίντλερ».

Εν συντομία η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Τόμας Κίνλι και διαδραματίζεται την περίοδο του δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου. Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία οι Εβραίοι οδηγούνται στο γκέτο της Κρακοβίας, οι περιουσίες τους δημεύονται και αναγκάζονται να κυκλοφορούν φορώντας το άστρο του Δαβίδ. Τότε στην πόλη φτάνει ένας φιλόδοξος επιχειρηματίας, ο Όσκαρ Σίντλερ, ο οποίος αγοράζει ένα παλιό εργοστάσιο και προσλαμβάνει Εβραίους εργάτες να το λειτουργήσουν. Όταν λαμβάνεται η απόφαση όλοι οι Εβραίοι να οδηγηθούν στα κρεματόρια ,ο Σίντλερ διεκδικεί με την περίφημη λίστα τους εργάτες του πίσω καταφέρνοντας εν τέλει να σώσει περισσότερες από χίλιες ανθρώπινες ζωές.
Σημ: Απορώ τι άλλο θα βάλω ακόμα σε αυτό το οδοιπορικό…

Επόμενος σταθμός είναι το κάστρο το οποίο δεσπόζει σε ένα λόφο πάνω από την παλιά πόλη, γνωστό ως Wawel, όπου σύμφωνα με το μύθο περιτείχισε ο πρίγκιπας Krak όταν νίκησε το δράκο που δυνάστευε τους κατοίκους της περιοχής. Σε αυτό φιλοξενούνται το βασιλικό παλάτι καθώς και ο καθεδρικός ναός των Αγίων Stanisław και Vaclav, στον οποίο γινόταν η στέψη των βασιλιάδων.


Οι φωτογραφικές μηχανές έμειναν για ακόμα μία φορά σιωπηλές λόγω σκαλωσιών που περιέκλειαν το καθεδρικό ναό και η προσπάθειά μας για επίσκεψη σε αυτόν στάθηκε αδύνατη λόγω της τεράστιας ουράς που ανέμενε.

Επιστροφή και πάλι στην παλιά πόλη όπου λόγω του αυξημένου χρόνου που έχουμε να σκοτώσουμε περπατάμε όλα τα στενά της και μπαίνουμε σε όποιο μαγαζί μας γεμίζει το μάτι για σόπινγκ θέραπι.


Νέοι ορίζοντες, νέα επαγγέλματα. Ο άνθρωπος μπύρα...

Νέοι ορίζοντες, νέα επαγγέλματα. Ο άνθρωπος ταμπέλα...
Το βραδάκι τραβάμε σε ένα ακόμα προτεινόμενο εστιατόριο ονόματι U Babci Maliny. Αμύριστο εστιατόριο με υπόγειες αίθουσες με διαφορετική διακόσμηση η καθεμία, νόστιμο φαγητό και τσάμπα τιμές. Γενικά το φαγητό στην Πολωνία είναι πάρα πολύ φτηνό.
Απέναντι από το εστιατόριο βρίσκεται το θέατρο, για το οποίο αναφερθήκαμε κατά τη χθεσινή μας περιήγηση. Έτσι μου δίνεται η ευκαιρία για μια νυκτερινή φωτογραφία.

6 Αυγούστου, Κρακοβία – Bardejov (χλμ 217)

Τα σημερινά χιλιόμετρα δεν ήταν πολλά αλλά οι προβλέψεις του καιρού έδιναν βροχές γύρω στις δέκα, έτσι αποφασίσαμε να φύγουμε όσο πιο πρωί γίνεται. Άλλωστε δύο μέρες χωρίς μοτοσυκλέτα είχαμε αρχίσει να παθαίνουμε στέρηση.
Ακολουθούμε για 60 περίπου χιλιόμετρα τον ίδιο δρόμο που μας έφερε εδώ, περνώντας μέσα από διαδοχικά χωριά, πριν στρίψουμε προς Novy Targ.
Κινούμαστε σε δευτερεύον οδικό δίκτυο στο οποίο η κίνηση είναι λίγο πιο χαλαρή και τα χωριουδάκια άρχισαν επιτέλους να έχουν κάποια λογική απόσταση μεταξύ τους.

Φτάνουμε στην τεχνητή λίμνη Czorsztyn και αρχίζουμε να την κυκλώνουμε από την νότια πλευρά της ακλουθώντας μια γραφική διαδρομή η οποία καταλήγει σε ένα μεσαιωνικό κάστρο ονόματι Niedzica.

Κατασκευασμένο γύρω στο 1320 από τον Ούγγρο Kokos της Brezovica, το κάστρο διατέλεσε σπουδαίο ρόλο στις σχέσεις Πολωνίας και Ουγγαρίας. Από το 1470 και μετά το κάστρο άλλαξε δεκάδες αριστοκρατικά χέρια μέχρι το 1940 όπου και εγκαταλείφθηκε λόγω του δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου. Το 1963 και υπό την αιγίδα του Υπουργείου πολιτισμού της Πολωνίας αποκαταστάθηκαν οι ζημιές και μετατράπηκε σε μουσείο.


Πριν αναχωρήσουμε ρίχνουμε μια ματιά προς το κάστρο από το τεχνητό φράγμα της λίμνης.

Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω περνάμε τα ανοικτά σύνορα με Σλοβακία. Το τοπίο αλλάζει και πάλι.

Γραφικά χωριουδάκια και στριφτερή διαδρομή μέσα από δάση μας κάνουν παρέα για αρκετή ώρα. Φτάνουμε στο χωριό Cerveny Klastor όπου υπάρχει μία ιδιαίτερη πεζογέφυρα πάνω από τον ποταμό Dunajec. Η ιδιαιτερότητά της είναι πως ενώνει την Σλοβακία με την Πολωνία.

Από εκεί και πέρα αρχίζει μια καταπληκτική διαδρομή η οποία «γλύφει» το εθνικό πάρκο Pieninsky. Το όμορφο τοπίο μας οδηγεί σε ένα περιποιημένο πάρκινγκ για να θαυμάσουμε τη θέα αλλά και για να αναπληρώσουμε δυνάμεις. Τα εντυπωσιακά Pieniny όρη από ασβεστόλιθο τα οποία θυμίζουν κάτι από Δολομίτες, ορθώνονται από πάνω μας.

Ξανά καβάλα στις μοτοσυκλέτες ακολουθώντας μια παρόμοια διαδρομή για 80 περίπου χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουμε στο Bardejov. Οι πινακίδες που βρίσκονται παντού στην πόλη μας βοηθάν να βρούμε εύκολα την πανσιόν Ivana που έχουμε κάνει κράτηση. Δεν περιμέναμε τίποτα το ιδιαίτερο και επιβεβαιωθήκαμε 100%. Η πανσιόν διαθέτει τα απαραιτήτως βασικά. Τι να περιμένεις βέβαια με κόστος 12€ το άτομο.
Σε αυτήν την πόλη η εύρεση διαμονής μας είχε ταλαιπωρήσει αρκετά. Βρίσκαμε δύο κατηγορίες καταλυμάτων. Τα υπερπολυτελή και συνεπώς πανάκριβα ξενοδοχεία και τις τσαμπέ αναμφιβόλου ποιότητας πανσιόν, οι οποίες όπως γνωρίζουμε από προηγούμενες εμπειρίες, διαθέτουν τα απολύτως βασικά. Ίσως και λιγότερα. Έτσι κι εδώ, τα δωμάτια στον πρώτο όροφο που πήραν οι συνταξιδιώτες μου είχαν τουλάχιστον τουαλέτα… Εμάς ήταν κοινόχρηστη…
Anyway, ξεφορτώνουμε τις μοτοσυκλέτες μας, παίρνουμε τα μαγιό ανά χείρας και τραβάμε για το Bardejov Kupel, ένα πεζοδρομημένο θέρετρο μερικά χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη το οποίο φημίζεται για τα spa του.
Παρκάρουμε στο μεγάλο πάρκινγκ που βρίσκεται στην είσοδό του και τραβάμε προς ανεύρεση κάποιας πισίνας λόγω της υψηλής θερμοκρασίας. Ρωτάμε στο γραφείο πληροφοριών όπου και μας στέλνουν στο πιο μακρινό σημείο του θέρετρου. Δεν πτοούμαστε, ευκαιρία να βολτάρουμε κιόλας. Καλοδιατηρημένα ξενοδοχεία, περιποιημένοι κήποι, δρομάκια μέσα στο δάσος, ποταμάκια και ξύλινα γεφυράκια δίνουν μια ωραία νότα στο καλλωπιστικό θέρετρο.

Πληρώνουμε 1€ ανά άτομο για είσοδο στην όπως αποδείχτηκε κατάμεστη πισίνα, δροσιζόμαστε για λίγο και επιστρέφουμε στην πόλη η οποία φημίζεται για την κεντρική πλατεία της. Πολιτιστικό μνημείο της Unesco και μια από τις πιο εντυπωσιακές πλατείες της Σλοβακίας.



Η απερίγραπτη ομορφιά της σε συνδυασμό με τον ελάχιστο κόσμο που κυκλοφορούσε μας κρατάν για αρκετή ώρα σε αυτήν, πριν τα στομάχια μας δώσουν εντολή για ανεύρεση τροφής. Το Lonely Planet μας στέλνει σε ένα παράδρομο της πλατείας και συγκεκριμένα στο El. Αμύριστο εστιατόριο, με υπέροχο φαγητό και για ακόμα μία φορά τσάμπα.

Επιστρέφουμε στην πλατεία για μερικές νυκτερινές φωτογραφίες και η βραδιά κλείνει με την παρακολούθηση ενός τζαζ φεστιβάλ που φιλοξενείται στην πόλη. Αν κρίνω από την τιμή της μπύρας που ήταν στα πενήντα λεπτά, τα 5€ που πληρώσαμε για είσοδο ήταν υπερβολικά μεγάλο ποσό…
7 Αυγούστου, Bardejov – Cluj-Napoca (χλμ 478)

Η σημερινή μέρα προμηνυόταν δύσκολη και η πρωινή αναχώρηση επιβαλλόταν. Είχαμε μπροστά μας περίπου 450 χιλιόμετρα με δύο διασχίσεις δύσκολων συνόρων και λιγότερο χρόνο, λόγω αλλαγής ώρας από χώρα σε χώρα. Δεν έφταναν όλα αυτά, ο καιρός δεν προβλεπόταν καλός καθώς έβρεχε όλο το βράδυ και αραιές ψιχάλες έπεφταν κατά την αναχώρηση μας.

Οκτώ το πρωί είμαστε λοιπόν ήδη στο δρόμο με κατεύθυνσή ανατολικά, διανύοντας τα 130 περίπου χιλιόμετρα που μας χωρίζουν με τα Ουκρανικά σύνορα. Όσο πιο ανατολικά κινούμαστε τόσο το βιοτικό επίπεδο πέφτει. Τα σημάδια της φτώχιας είναι εμφανή τριγύρω μας. Δεν είναι τυχαίο πως η Σλοβακία λέγεται πως είναι η φτωχή πλευρά της άλλοτε ενωμένης Τσεχοσλοβακίας.

Στα σύνορα προσπερνάμε μια τεράστια ουρά φορτηγών. Ο έλεγχος πρωτότυπος. Καταγράφουν τα χιλιόμετρά μας καθώς και τα καύσιμα που έχουμε στα ντεπόζιτα. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την διαφορά της τιμής μόλις περάσεις τα σύνορα. Περίπου 1,25€ στη Σλοβακία και 0,85€ στην Ουκρανία. Την μεγάλη διαφορά στην τιμή των καυσίμων την παίρνεις χαμπάρι και απ’ τα εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα που βρίσκονται επί Σλοβάκικου εδάφους και κοντά στα σύνορα.
Ξεμπερδεύουμε εύκολα με τους ευγενικούς Σλοβάκους συνοριοφύλακες και περνάμε στην Ουκρανική πλευρά. Τα ρολόγια γυρίζουν μια ώρα μπροστά, σε ώρα Ελλάδος πια και όλη η διαδικασία μέχρι να καταφέρουμε να περάσουμε τα ουκρανικά σύνορα μας τρώει άλλη μια ώρα. Δεν έχει κίνηση αλλά όλα γίνονται σε ρυθμούς χελώνας. Συμπληρώνουμε κάτι χαρτιά με τα στοιχεία μας και τον προορισμό μας και γίνεται σχολαστικός έλεγχος στους αριθμούς πλαισίου των μοτοσυκλετών μας. Η καταχώρηση στους λίγο καλύτερους από Amstrad 6128 υπολογιστές θυμίζει κάτι από το βασανιστήριο της σταγόνας. Κάθε πλιτς και πάτημα πλήκτρου…
Το μαρτύριο τελειώνει και επιτέλους βρισκόμαστε επί Ουκρανικού εδάφους. Η πρώτη εντύπωση ανατριχιαστική. Όσα κι αν είχαμε διαβάσει για την φτώχεια που επικρατεί στην περιοχή δεν συγκρίνεται με αυτό που αντικρίσαμε. Άθλιοι οικισμοί, αυτοκίνητα ξεχασμένα και από τις ίδιες αυτοκινητοβιομηχανίες, κάρα και βρώμα… πολύ βρώμα.

Το γκάζι μένει ανοικτό για να μας οδηγήσει μακριά από το «τρομακτικό» Uzhhorod. Η κακή χαρτογράφηση της περιοχής όμως, σε συνδυασμό με τις πινακίδες οι οποίες είναι μόνο σε κυριλλικό αλφάβητο μας ταλαιπωρούν λίγο.

Το γήπεδο αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που αντικρίσαμε μόλις καταφέραμε να βγούμε στον δρόμο ταχείας κυκλοφορίας πάνω από το Uzhhorod!
Συναντάμε τις πρώτες πινακίδες από βενζινάδικα και τα μάτια μας νομίζουμε πως κάνουν πουλάκια!

Η ισοτιμία είναι 1/100
Έχουμε συνολικά 110 χιλιόμετρα επί Ουκρανικού εδάφους τα οποίο αποδεικνύονται ενδιαφέροντα, όχι τόσο από τοπίο αλλά από τις διαφορετικές εικόνες που συναντάμε γύρω μας. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από παράγκες, καθώς όλοι πουλάν την παραγωγή τους ακριβώς μπροστά απ’ την πόρτα του σπιτιού τους. Τα κάρα είναι περισσότερα από τα αυτοκίνητα και η άσφαλτος κατά το πλείστον σε άθλια κατάσταση.



Στην μέση περίπου της διαδρομής και συγκεκριμένα στην πόλη Mukachevo συναντάμε το όμορφο κάστρο του Palanok. Δυστυχώς το χαζεύουμε μόνο περνώντας καθώς δεν έχουμε χρόνο για επίσκεψη.

Γύρω στις τρεις το απόγευμα φτάνουμε στα άθλια σύνορα. Η ουρά και πάλι μικρή αλλά όλα κινούνται με ρυθμούς σαλιγκαριού. Αξιοποιούμε την ώρα αναμονής κολατσίζοντας, λαδώνοντας της αλυσίδες μας και κάνοντας ότι άλλη βλακεία μας έρθει κατά νου. Τρεις Αυστριακοί BMWάκηδες σκάνε μύτη. Βρίσκουν την ευκαιρία και κολλάνε πίσω μας, προσπερνώντας μερικά αυτοκίνητα. Πιάνουμε την κουβέντα. Έχουν πάρει το δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα κάνοντας μια μικρή παράκαμψη μέσα από την Ρουμανία. Η συζήτηση στρέφεται περί συνόρων και μας λένε ότι στα σύνορα Σλοβακίας-Ουκρανίας που εμείς περάσαμε το πρωί, αυτοί χτες έκαναν τέσσερις ώρες! Είχαν πέσει σε διάλειμμα φαγητού!
Ανταλλάσσουμε ταξιδιωτικές πληροφορίες ροκανίζοντας ευχάριστα τα εξήντα συνολικά λεπτά που κάναμε να περάσουμε τα σύνορα και τραβάμε προς στην Ρουμάνικη πλευρά.

Προσπερνάμε την ουρά -κλασσικά- και ο φρουρός αφού μιλάει για λίγο στον ασύρματο μας κάνει νόημα να περάσουμε. Στο σταθμό δεν εξυπηρετείται κανείς άλλος καθώς έχουμε πέσει με την σειρά μας σε μεσημεριανό λαντς μπρέικ. Οι Ρουμάνοι συνοριοφύλακες ελέγχουν τα χαρτιά μας τρώγοντας ταυτόχρονα παγωτό και σε χρόνο ννο τε-ντε μας δίνουν το ΟΚ να περάσουμε. Πανηγυρίζουμε που ξεμπερδέψαμε από τα σύνορα και την κάνουμε μισοντυμένοι με σκοπό να κάνουμε στάση καμιά εκατοσταριά μέτρα παρακάτω για να φορέσουμε τον εξοπλισμό μας. Τα πανηγύρια κόβονται απότομα από ένα μπλόκο της αστυνομίας…
- Γουάι δε γκιρλς ντο νοτ γουέαρ δε χέλμετς;
Το οποίο μεταφράζεται καλώς ήρθατε στην Ρουμανία, ελάτε να σας κόψω μία κλήση.
Ευτυχώς οι εξηγήσεις που δώσαμε έγιναν πιστευτές. Σε αυτό βοήθησαν βέβαια ότι στα χέρια μας κρατούσαμε ακόμα γάντια, μπουφάν και διαβατήρια.
Ο αστυνομικός συνεχίζει:
- Πέιπερς πλίηζ
Η χαρά του παιδιού, τόσο τρέξιμο ρίξαμε για να τα βγάλουμε. Πάρε άδεια, δίπλωμα, πράσινη κάρτα, ευρωπαϊκό δίπλωμα, διαβατήριο και καμιά δεκαριά χαρτάκια από σύνορα και διόδια. Γρήγορα όμως ο πολισμάνος μου έκοψε τα πόδια:
- Βιγκνέτα;
- Γουάτ;
- Βιγκνέτα, τολ τίκετ, γουέαρ ις ιτ;
Ρε μπάρμπα έχω διαβάσει στο internet ότι δεν είναι υποχρεωτικό για μοτοσυκλέτες. Δεν το ‘πα, το σκέφτηκα πάντως. Με μια δεύτερη και πιο ορθή σκέψη λέω λάθος θα έγραφε στο δίκτυο, κάτι θα έχει αλλάξει. Ρωτάμε λοιπόν από που θα το ψωνίσουμε και μας στέλνει πίσω στα σύνορα.
Μεταβολή λοιπόν έξω από τον γκισέ που έγραφε με μεγάλα γράμματα “Rovignete” και τον οποίο είχαμε αγνοήσει παντελώς μέσα στα πανηγύρια μας.. Ο αραχτός υπάλληλος που βρίσκεται απ’ έξω μας βλέπει και γελά. Κάτι δεν πάει καλά σκέφτομαι. Μας πλησιάζει και κουνώντας δεξιά-αριστερά το δάκτυλό του μας λέει:
- Νο βιγκνέτε φορ μοτορσάικλς
- Γες, μπατ πολίς…
Η κίνηση του δακτύλου αλλάζει και δείχνοντας τώρα τον εαυτό του μας απαντά:
- Μι πολις, νοτ δέι
- Μπατ…
Μιας και δεν βγάζει άκρη με εμάς αλλά ούτε και εμείς με αυτόν, μας κάνει νόημα να τον ακολουθήσουμε. Περπατάει την απόσταση που μας χωρίζει με το μπλόκο, χαιρετάει τον νεαρό αστυνομικό και του εξηγεί ότι οι μοτοσυκλέτες δεν πληρώνουν διόδια. Απορημένος ο πολισμάνος μας κάνει εν τέλει νόημα να περάσουμε. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην του φέρω τον δείκτη του δεξιού χεριού στην αριστερή παλάμη και να το περιστρέψω αναφωνώντας “να-να-να-να-να”…
Επιστροφή στους δρόμους λοιπόν με την ποιότητα του οδοστρώματος να βελτιώνεται κατακόρυφα. Όχι πως είναι τίποτα το ιδιαίτερο αλλά μπροστά στους Ουκρανικούς δρόμους μέχρι και οι κατσικόδρομοι των Λευκών Ορέων μοιάζουν με οτοστράντες.
Τα όρια ταχύτητας είναι αρκετά υψηλά για τους δρόμους τους. Στο δευτερεύον οδικό δίκτυο (μία στενή λωρίδα ανά κατεύθυνση) έχει όριο ταχύτητας 100 χλμ! Οι τεράστιοι σταυροί δεξιά και αριστερά του δρόμου δεν μαρτυρούν όμως ατυχήματα. Είναι μάλλον κάποια τάματα για καλή σοδιά.

Όλη μέρα είχαμε αποφύγει την βροχή, αλλά ο καιρός κλείνει επικίνδυνα μπροστά μας. Φοράμε αδιάβροχα λίγο πριν ανοίξουν οι ουρανοί για να μας ξεπλύνουν λίγο απ’ την βρώμα της Ουκρανίας. Δεν κρατάει όμως πολύ, μας κάνει την χάρη και το γυρίζει σε ψιχάλα μόλις πιάνουμε Καρπάθια. Πανέμορφη διαδρομή την οποία όμως δεν μπορούμε να απολαύσουμε λόγω του ότι το βρεγμένο οδόστρωμα γλιστράει αρκετά. Το επιβεβαιώνει άλλωστε και το φορτηγό μπροστά μας που έχει «σκάσει» στις προστατευτικές μπάρες, γεμίζοντας τον δρόμο με κομμάτια απ’ την ξυλεία που κουβαλούσε. Σαν τιμωρία οι αστυνομικοί έχουν βάλει τον οδηγό του να σκουπίζει την άσφαλτο!

Ο καιρός ανοιγοκλείνει και εμείς συνεχίζουμε να ανεβοκατεβαίνουμε τα καταπράσινα Καρπάθια



Περίπου τις εφτά το απόγευμα καταφθάνουμε στην Cluj-Napoca. Η πανσιόν Caramell που έχουμε κλείσει βρίσκεται στην άλλη πλευρά της πόλης και πιο συγκεκριμένα τέσσερα χιλιόμετρα έξω απ’ αυτήν. Περνάμε μέσα από αγρούς και λασπωμένους χωματόδρομους μέχρι να εμφανιστεί μπροστά μας η εντυπωσιακή πανσιόν. Εγκάρδια υποδοχή από τους φιλόξενους ιδιοκτήτες οι οποίοι λόγω του περασμένου της ώρας μας παραγγέλνουν φαγητό από ντελίβερι το οποίο και πληρώνουν αυτοί, μιας και εμείς δεν έχουμε κάνει ακόμα συνάλλαγμα.
Η πανσιόν απλά καταπληκτική, από τα κορυφαία καταλύματα που έχω μείνει ποτέ. Τακτοποιούμαστε, μπανιαριζόμαστε ώσπου να έρθει το φαγητό και ακολουθεί κανονική επίθεση στην τραπεζαρία. Ευτυχώς δεν θρηνήσαμε θύματα!
8 Αυγούστου, Cluj-Napoca-Sibiu (χλμ 250)
Κατά την σχεδίαση της εκδρομής είχα ένα μεγάλο δίλημμα. Ήξερα πως η χτεσινή μέρα θα ήταν βάρβαρη και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προλαβαίναμε να δούμε την πόλη και γι αυτό τον λόγο είχα αφήσει την επόμενη μέρα χαλαρή. Το δίλημμά μας λοιπόν ήταν βόλτα στην πόλη ή επίσκεψη στην Sighisoara, στην πιο γραφική πόλη της Ρουμανίας όπως αναφέρεται στους περισσότερους οδηγούς. Αρχικά την είχα αφήσει απέξω, αλλά λίγες μέρες πριν αναχωρήσουμε είχα μια τυχαία συνάντηση με ένα Ρουμάνο, τον Dan. Του παρουσίασα το εκδρομικό μου πλάνο το οποίο ενέκρινε, με μία μόνο παρατήρηση:
- Αφού πας από εκεί πρέπει να πας Sighisoara
- Μα δεν με παίρνει…
- Ναι αλλά πρέπει να πας..
Οι κουβέντες του αυτές, σβούριζαν στο μυαλό μου καθ’ όλη την διάρκεια του πρωινού όπου και εξέθεσα τον προβληματισμό μου στους συνταξιδιώτες μου. Με ομόφωνη απόφαση η επιλογή της Sighisoara προστέθηκε στο πλάνο μας και λίγη ώρα αργότερα ξεκινάμε προς αυτήν.

Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής μέχρι και την πόλη της Targu Mures είναι παντελώς αδιάφορο. Εξαίρεση αποτελούσαν οι δεκάδες custom μοτοσυκλέτες που συναντήσαμε στην πορεία μας. Η απορία μας γι’ αυτές λύθηκε γρήγορα καθώς θυμήθηκα ότι είχα διαβάσει στο internet για κάποια συγκέντρωση που γίνεται κάθε χρόνο στην Κριμαία και θεωρείται από τις μεγαλύτερες του είδους. Την φετινή χρονιά έγινε στην Σεβαστούπολη στις 23 και 24 Ιουλίου και όλοι αυτοί που συναντάμε είναι μάλλον στο δρόμο της επιστροφής.

Φτάνουμε Sighisoara και παρκάρουμε αρκετά κοντά στην παλιά πόλη. Έχει ένα πληρωτέο πάρκινγκ στην είσοδό της, αλλά υπάρχουν αρκετά δωρεάν σε πολύ μικρή απόσταση. Ανηφορίζουμε προς την πανέμορφη μεσαιωνική πόλη η οποία είναι χτισμένη από τους Σάξονες στους λόφους της Τρανσυλβανίας και είναι γνωστή περισσότερο ως γενέτειρα του Δράκουλα, Vlad Tepes, και λιγότερο για όλα τα υπόλοιπα αξιοθέατά της.


Ο Vlad (1436-1476) διατέλεσε τρεις φορές κυβερνήτης της τότε Βλαχίας. Οργάνωσε άριστα τα στρατεύματά του ενάντια στις επιθέσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τιμώρησε βάναυσα τους αιχμαλώτους του πολέμου. Τα βασανιστήρια αυτά σε συνδυασμό με το βιβλίο του Bram Stocker «Dracula» που εκδόθηκε το 1897, ήταν η αφορμή να του αποδοθεί το όνομα «Δράκουλας».

Κατά τα άλλα η πόλη είναι γεμάτη με πανέμορφα πλακόστρωτα στενάκια, μικροσκοπικά σπίτια, αρχαίες εκκλησίες, πύργους και αψίδες όπου δίνουν μια ξεχωριστή ομορφιά που μαγνητίζει τον επισκέπτη. Εντυπωσιακός και ο πύργος-ρολόι με την καταπληκτική θέα, ο οποίος φιλοξενεί ένα μικρό μουσείο ιστορίας (είσοδος 8 Lei).



Ο νότιος πόλος δεν είναι και τόσο μακριά...

Η Αθήνα πάντως είναι μόνο 915km...
Επιστροφή στις μοτοσυκλέτες και πορεία νότια προς Sibiu μέσω μίας καταπληκτικής ομορφιάς διαδρομή. Ο δρόμος είναι γεμάτος με κάρα, στα χωριουδάκια κατοικούν τσιγγάνοι και στα χωράφια δουλεύουν χειρονακτικά δεκάδες εργάτες. Αυτήν τη γοητευτική υπαίθρια εικόνα της Ρουμανίας θα την συναντήσουμε πολλές φορές ακόμα διασχίζοντας την χώρα, αλλά η πρώτη φορά είναι αυτή που σε εντυπωσιάζει περισσότερο.


Φτάνουμε στο Sibiu και στο ξενοδοχείο Apollo Hermannstadt το οποίο βρίσκεται αρκετά κοντά στο ιστορικό κέντρο. Γρήγορη τακτοποίηση και βουρ για εξερεύνηση της πόλης.
Πρωτεύουσα του άλλοτε πριγκιπάτου της Τρανσυλβανίας, επελέγη ως πολιτιστική πόλη της Ευρώπης το 2007 και κατέλαβε την όγδοη θέση στη κατάταξη «ως το πιο ειδυλλιακό μέρος για να ζήσει κανείς» του έγκυρου περιοδικού Forbes. Στο κέντρο της ιστορικής πόλης υπάρχουν δύο γειτονικές πλατείες, η Mare και η Mica.
Η Mare, η μεγάλη πλατεία δηλαδή, είναι 142 μέτρα μήκος και 93 πλάτος και είναι μια από τις μεγαλύτερες της Τρανσυλβανίας. Σε αυτή φιλοξενούνται το Brukenthal Palace, ένα από τα πιο σημαντικά μπαρόκ μνημεία της Ρουμανίας, η εκκλησία των Ιησουϊτών και το Δημαρχείο όπου ο πύργος του είναι το σύμβολο της πόλης.

Η Mica, η μικρή πλατεία, είναι σε σχήμα οβάλ και περιλαμβάνει την γέφυρα του «Ψεύτη», την πρώτη σιδερένια γέφυρα που κατασκευάστηκε στην χώρα. Η γέφυρα ήταν κάποτε ξύλινη και ο μύθος λέει ότι κατέρρεε αν την διέσχιζε κάποιος ψεύτης. Η σιδερένια αντικατέστησε την ξύλινη το 1859 και λόγω του ισχυρού μύθου διατήρησε το όνομα της. Στη σημερνή εποχή είναι πόλος έλξης ερωτευμένων ζευγαριών.

Βολτάρουμε στον γραφικό και κατάμεστο πεζόδρομο πριν καταλήξουμε στο Sibiul Vechi, ένα αμύριστο παραδοσιακό εστιατόριο που φιλοξενείται σε ένα υπόγειο κοντά στην μεγάλη πλατεία. Τα τραπέζια λίγα, ο κόσμος πολύς και εμείς καταφέρνουμε να κάτσουμε σε τραπέζι παρότι όλα τα γκαρσόνια μας έλεγαν πως είμαστε γεμάτοι. Η προσπάθεια μας ανταμείφθηκε όταν ήρθε το υπέροχο φαγητό.
Επιστροφή στην πλατεία όπου και παρατηρούμε τον τρόπο κατασκευής του -όπως μάθαμε αργότερα- Kurtoskalacs, ένα είδος παραδοσιακού γλυκού ψωμιού, το οποίο ζυμώνεται, τοποθετείται σε κυλίνδρους και ψήνεται στα κάρβουνα.

Μερικές φωτογραφίες στην φωταγωγημένη πλατεία και ποτάκι στο πεζόδρομο μέχρι οι πρώτες ψιχάλες να μας οδηγήσουν πίσω στο ξενοδοχείο.

9 Αυγούστου, Sibiu-Brasov (χλμ 302)
Με το που ανοίγω τα μάτια μου τρέχω κατευθείαν στο παράθυρο. Ο καιρός είναι ανοικτός προς τα δυτικά και εγώ αρχίζω τα πανηγύρια. Είναι η μέρα που θα διασχίσουμε το περίφημο Transfagarasan και το μοναδικό πράγμα που δεν ήθελα ήταν να βρέχει.

Σαράντα χιλιόμετρα μακριά από το ξενοδοχείο μας συναντάμε την πρώτη πινακίδα που μας στέλνει προς τα βουνά Fagaras. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 450 μέτρων και θα σκαρφαλώσουμε μέχρι τα 2034. Ιστορικά τώρα, ο δρόμος κατασκευάστηκε από τον Τσαουσέσκου μεταξύ το 1970 και 1974 για στρατιωτικούς σκοπούς και συγκεκριμένα για προφύλαξη της χώρας σε τυχόν επίθεση των Σοβιετικών. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν πάνω από έξι εκατομμύρια χιλιόγραμμα δυναμίτη και τα επίσημα στοιχεία μιλάνε για πάνω από 40 νεκρούς στρατιώτες. Ο δρόμος αναφέρεται σε πολλούς ταξιδιωτικούς οδηγούς αλλά και από την γνωστή εκπομπή Top Gear ως ο καλύτερος δρόμος στον κόσμο!

Η διαδρομή συνολικά καλύπτει περίπου ενενήντα χιλιόμετρα! Αρχικά περνάμε μέσα από ένα καταπράσινο δάσος με την ποιότητα της ασφάλτου να είναι σε αρκετά καλά επίπεδα.

Οι στάσεις συχνές για να χαζέψουμε και να φωτογραφίσουμε την υπέροχη θέα.


Στα μέσα περίπου της ανάβασης βλέπουμε από μακριά τον καταρράκτη Balea.

Από εκεί και πάνω αρχίζει το πολυφωτογραφημένο κομμάτι της διαδρομής με τις συνεχόμενες φουρκέτες οι οποίες ενώνονται με δεκάδες γέφυρες.



Φτάνοντας στην κορυφή σταματάμε για να χαζέψουμε την λίμνη Balea. Το τοπίο είναι Αλπικό…


Αρκετή ώρα αργότερα αναχωρούμε διασχίζοντας το «τρομακτικό» τούνελ, σμιλευμένο μέσα στο βράχο, στο οποίο τρέχει τόσο νερό που νομίζεις πως βρέχει.
Η κάθοδος είναι με πιο ανοιχτές στροφές και το τοπίο γυμνό, περιβαλλόμενο από δεκάδες καταρράκτες.


Παρακάτω παραθέτω ένα βιντεάκι από Transfagarasan:
Όλα τα όμορφα όμως κάποτε τελειώνουν. Το δικό μας τέλειωσε κάπως απότομα καθώς με το που πιάνουμε υψόμετρο περί τα 1000 μέτρα κάποιος πήρε την άσφαλτο από τον δρόμο μας -όχι όλη άφησε και λίγη για ντεκόρ- και στην θέση της έβαλε πέτρες, χώματα, νεροφαγώματα, κολύμπες, κορμούς και κλαδιά. Οδηγικό μαρτύριο…


Για 30 περίπου χιλιόμετρα κινούμαστε δίπλα στην τεχνητή λίμνη Vidraru σε ένα υπέροχο τοπίο με το μειονέκτημα ότι δεν γινόταν να το απολαύσεις γιατί δεν μπορούσες να πάρεις το βλέμμα σου από τον επικίνδυνο δρόμο.

Η λίμνη δημιουργήθηκε το 1965 με τη δημιουργία του ομώνυμου υδροηλεκτρικού φράγματος στον ποταμό Arges. Το τοξωτό φράγμα έχει ύψος 166 μέτρα και μήκος 305 και συγκρατεί 465 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού στην λίμνη η οποία έχει μέγιστο μήκος 10,3 χιλιόμετρα και πλάτος 2,2. Η περίμετρός της είναι 28 χιλιόμετρα.

Ο δρόμος βελτιώνεται λίγο στην πορεία μας προς την κωμόπολη Curtea de Arges αλλά γίνεται και πάλι τραγικός μόλις στρίβουμε προς Campulung. Είναι έρημος από κίνηση, γεμάτος με βαθιές λακκούβες και περνάει μέσα από αρκετά ξεχασμένα χωριουδάκια τα οποία σπάνε την μονοτονία του αδιάφορου τοπίου.



Την υποδοχή μας σε καλή άσφαλτο αναλαμβάνει μια σφίγγα η οποία αυτή την φορά προτιμάει να τρυπώσει στο κράνος του Μανώλη. Στάση για πρώτες βοήθειες με τον Μανώλη να βρίζει που ενώ κατάφερε να αποφύγει ένα πουλί, ένα σκύλο και μία αγελάδα, μέσα σε μία μέρα, δε γλίτωσε από το κεντρί της μέλισσας…

Σύντομα βρισκόμαστε ξανά πάνω στα Καρπάθια ακολουθώντας και πάλι μια υπέροχη διαδρομή η οποία ενώνει τις πόλεις Rukar και Bran. Ο άριστος ασφαλτόδρομος σκαρφαλώνει φιδίσια την καταπράσινη οροσειρά Giuvala οδηγώντας μας σε ένα στριφτερό υπέροχο παιχνίδι που δεν θέλουμε να τελειώσει.

Το μόνο μελανό σημείο της διαδρομής είναι τα αρκετά φορτηγά που συναντήσαμε, καθώς η διαδρομή είναι από τους βασικούς άξονες που ενώνουν το Βουκουρέστι με την Brasov και τις γύρω πόλεις. Οι φουρκέτες είναι τόσο πολλές που πραγματικά ζορίζεσαι να τα προσπεράσεις.

Μιας και έχω ξανακάνει την διαδρομή σε προηγούμενο ταξίδι μου -με αυτοκίνητο τότε αλλά ήταν αυτό που με ώθησε να ξαναβρεθώ στα ίδια μέρη με δύο τροχούς- αναλαμβάνω τον ρόλο ξεναγού δείχνοντας στους υπόλοιπους από μακριά το περίφημο κάστρο του Δράκουλα που βρίσκεται στην κωμόπολη Bran.

Πολλά κάστρα διεκδικούν κάτι από τον μύθο του Δράκουλα -πουλάει βλέπετε- αλλά το Bran τα καταφέρνει καλύτερα από όλα. Δεν υπάρχει πάντως καμία απόδειξη ότι ο Bran Stoker (για όσους δεν συγκρατούν ονόματα είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Dracula» το οποίο τον αναφέραμε κατά την περιήγηση μας στην Sighisoara) γνώριζε για την ύπαρξη αυτού του κάστρου, όμως υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Vlad Tepes το χρησιμοποίησε σαν στρατηγείο κατά την εκστρατεία του. Παρκάρουμε απέναντι από το κάστρο και τραβάμε να το εξερευνήσουμε. Το παραμυθάκι του Δράκουλα το πουλάνε πάντως καλά στην πόλη:


Η ιστορία του κάστρου ξεκινά κάπου στο 1212 όταν οι Τεύτονες Ιππότες έκτισαν ένα ξύλινο κάστρο για να προστατεύσουν την γύρω περιοχή αλλά καταστράφηκε το 1412 από επιδρομή των Μογγόλων. Η επόμενη αναφορά που διασώζεται είναι το 1377 όταν ο Λούης ο πρώτος, βασιλιάς της τότε μεγάλης Ουγγαρίας έδωσε το δικαίωμα στους Σάξονες να χτίσουν ένα κάστρο στο λόφο. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε αμυντικά κατά την επίθεση των Οθωμανών το 1378 ενώ στην συνέχεια εκτέλεσε χρέη τελωνειακού σταθμού ανάμεσα στις περιοχές Τρανσυλβανία και Βλαχία. Το 1920 έγινε κατοικία της βασίλισσας Μαρίας η οποία επιμελήθηκε την διακόσμηση με παραδοσιακά έπιπλα και ταπετσαρίες από κορυφαίους Ρουμάνους δημιουργούς. Μετά την εξορία της βασιλικής οικογένειας το 1948, το κάστρο πέρασε στα χέρια των Κομμουνιστών όπου και παρέμεινε μέχρι την πτώση τους το 1989. Το 2005 η δημοκρατική πια Ρουμανία ψήφισε ένα νόμο ο οποίος επέτρεπε την διεκδίκηση περιουσίων που είχαν αλωθεί από τους κομουνιστές, η ιδιοκτησία πέρασε στα χέρια του Dominic von Habsburg, γαμπρού της βασίλισσας Μαρίας, αρχιτέκτονα στη Νέα Υόρκη, ο οποίος το έβγαλε στο σφυρί προς 78 εκατομμύρια δολάρια. Ακολούθησε μια δικαστική διαμάχη μεταξύ του ιδιοκτήτη και της Ρουμάνικης κυβέρνησης και εν τέλει, το 2009, η οικογένεια αποφάσισε να μην πουλήσει το κάστρο και να το μετατρέψει σε μουσείο εις μνήμη της βασίλισσας. Ουφ, αυτό δεν είναι ιστορία, επεισόδιο της Λάμψης είναι…


Ξανά καβάλα στις μοτοσυκλέτες και πορεία προς Rasnov με το περίφημο κάστρο της το οποίο βρίσκεται στον λόφο πάνω απ’ την πόλη. Μπροστά του κείτεται η κακόγουστη πινακίδα που αναφέρει το όνομα της πόλης αλλά Hollywood.

Δυστυχώς η ώρα έχει περάσει για τα καλά και δεν έχουμε τον χρόνο να το επισκεφτούμε.
Μερικά χιλιόμετρα παρακάτω μπαίνουμε στην πόλη της Brasov και μετά από μερικούς κύκλους καταφέρνουμε να βρούμε την πανσιόν Ambient που έχουμε κάνει κράτηση. Τακτοποίηση σε χρόνο ρεκόρ και έξοδο στην πόλη λίγο πριν δύσει ο ήλιος.
Η Brasov αναφέρεται ως η πιο όμορφη πόλη της Ρουμανίας και είναι πόλος έλξης χιλιάδων τουριστών. Σε αυτό συντελεί και η ύπαρξη ενός γνωστού χιονοδρομικού κέντρου το οποίο συγκεντρώνει επισκέπτες από όλα τα μέρη του κόσμου. Κατ’ εμάς είναι μεν πανέμορφη αλλά η πόλη έχει ένα Χολιγουντιανό τουπέ που στην σπάει:

Αν καταφέρεις να εξαιρέσεις αυτό το τουπέ σίγουρα θα απολαύσεις μια υπέροχη πόλη. Καταρχάς στο κέντρο της παλιάς πόλης υπάρχει μια πανέμορφη πλατεία όπου φιλοξενείται το παλαιό Δημαρχείο με τον πύργο-ρολόι.

Δίπλα της βρίσκεται η Μαύρη εκκλησία, σε γοτθικό ρυθμό, η οποία πήρε το όνομα της λόγω του χρώματος που απέκτησε μετά από μια πυρκαγιά το 1689.

Ένα ακόμα “περίεργο” αξιοθέατο, το οποίο πρέπει κανείς να ψάξει αρκετά για να το βρει, είναι η Strada Sforii ή αλλιώς The Rope Street. Με 111 εκατοστά πλάτος και 80 μέτρα μήκος κατέχει την 3η θέση ως ο πιο στενός δρόμος της Ευρώπης.

Η ώρα έχει περάσει για τα καλά και τα στομάχια έχουν αρχίσει να μας ενοχλούν έντονα. Με οδηγό το Lonely Planet καταλήγουμε στο εστιατόριο Bella Musica το οποίο βρίσκεται στο υπόγειο του ομώνυμου ξενοδοχείου και δύσκολα του δίνει κάποιος σημασία αν δεν πάει συστημένος. Υπέροχο περιβάλλον και θαυμάσιο φαγητό σε λίγο πιο τσιμπημένες τιμές. Είπαμε, το τουπέ πληρώνεται…
10 Αυγούστου, >Brasov-Piatra Neamt (χλμ 287)

Αναχωρούμε μετά από μια χαλαρή πρωινή βολτούλα στην πόλη με κατεύθυνση βόρεια και πιο συγκεκριμένα για το φαράγγι του Bicaz. Η διαδρομή αρχικά έχει κίνηση αλλά σύντομα βρισκόμαστε να κινούμαστε σε έρημους δρόμους, διασχίζοντας καταπράσινες κοιλάδες περικλειόμενες από όμορφα βουνά.


Αν και ο δρόμος είναι καλής ποιότητας, ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει στους δρόμους της Ρουμανίας.

Φτάνοντας στο Gheorgheni ένα Zastava βγαίνει χωρίς να κοιτάξει από ένα βενζινάδικο. Φρένα πανικού και ευτυχώς σταματάω λίγο πριν γίνω αυτοκόλλητο στην πόρτα του. Ακολουθεί σκηνή με τον οδηγό να απολογείται στα Ρουμάνικα, εμένα να του φωνάζω “Δεν βλέπεις ρε κουμπάρο” και τους γύρω θαμώνες να τον γιουχάρουν κανονικά. Τώρα που το σκέφτομαι γελάω, αλλά πιστέψτε με τότε τα χρειάστηκα κανονικά και δεν το διασκέδασα καθόλου. Έκανα αρκετή ώρα για να ηρεμήσω.
Ο επαρχιακός δρόμος ο οποίος ξεκινά απ’ την πόλη και οδηγεί προς το φαράγγι είναι γραφικός μεν αλλά μοιάζει βομβαρδισμένος. Είναι δε και γεμάτος με λεωφορεία τα οποία δύσκολα προσπερνάς λόγω του ότι είναι υπερβολικά στενός. Το τοπίο πάντως σε αποζημιώνει και με το παραπάνω.

Μερικές δεκάδες χιλιόμετρα παρακάτω ξεπροβάλει μπροστά μας η λίμνη Rosu, η κόκκινη λίμνη ελληνιστί, η οποία πήρε το όνομά της από τα λασπωμένα νερά της. Μέσα στην λίμνη στέκονται όρθιοι πολλοί νεκροί κορμοί απλώνοντας ένα πέπλο μυστηρίου και ξυπνώντας μύθους που μιλούν για ματωμένα νερά -εξού και το κόκκινο χρώμα- από καταπλακωμένους παραθεριστές στα βάθη της λίμνης από κατάρρευση του παραπλήσιου βουνού. Στην πραγματικότητα εν έτη 1838, υπήρξε μια μεγάλη κατολίσθηση του βουνού φτιάχνοντας ένα φυσικό φράγμα που διοχετεύει με νερό τον ποταμό Bicaz και δίνοντας ένα χεράκι στην σημερινή μορφή της λίμνης. Για νεκρούς ουδείς λόγος…


Λίγο πιο κάτω από την λίμνη εισερχόμαστε στο εντυπωσιακό φαράγγι Bicaz για την κατασκευή του οποίου ευθύνεται ο ορμητικός ομώνυμος ποταμός. Ο δρόμος περικλείεται από απότομες βραχώδεις πλαγιές, καταρράκτες και φυσικά τούνελ λαξευμένα στο βράχο από τα νερά του ποταμού.


Μετά το τέλος του φαραγγιού ξεπροβάλουν αρκετά χωριουδάκια με τα σπίτια τους να είναι κτισμένα στην δεξιά όχθη του ποταμού, ενώ ο κύριος δρόμος βρίσκεται στην αριστερή. Οι γέφυρες που ενώνουν τις δύο πλευρές θα πρέπει να κατέχουν κάποιο αρχιτεκτονικό βραβείο.

Δεν διακρίνεται καθαρά αλλά οι γέφυρες είναι απλά κορμοί δέντρων...
Από πάνω τους ο “Γολγοθάς”, όπως τον ονομάζουν οι ντόπιοι, μία απότομη κορυφή η οποία φιλοξενεί τρεις σταυρούς.

Φτάνοντας στην κωμόπολη του Bicaz παρεκκλίνουμε λίγο της πορεία μας για να επισκεφτούμε το ομώνυμο φράγμα το οποίο βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα πιο βόρεια. Μόλις βγαίνουμε έξω απ’ την πόλη το επιβλητικό φράγμα εμφανίζεται μπροστά μας αφήνοντάς μας με το στόμα ανοικτό. Οι διαστάσεις του φράγματος είναι: ύψος 127 μέτρα, μήκος 435 και μέγιστο πλάτος 119.



Μιας και ο χρόνος μας παίρνει αποφασίζουμε να κάνουμε μια μικρή βόλτα γύρω από την λίμνη η οποία μας αποζημιώνει πλήρως. Ο φιδίσιος δρόμος με την πολύ καλή άσφαλτο μας οδηγεί σε ένα καλοφτιαγμένο χώρο αναψυχής σε κάποια πλαγιά με πανοραμική θέα της λίμνης.


Είναι τέτοια η γαλήνη που σου προσφέρει το μέρος που με βαριές καρδιές το αποχαιρετάμε για να καλύψουμε τα τελευταία χιλιόμετρα που μας χωρίζουν από την Piatra-Neamt και το ξενοδοχείο Central που έχουμε κάνει κράτηση. Ένα ανακαινισμένο κτίριο από αυτά του κουμουνιστικού μπλοκ που δεν προσφέρει τίποτα παραπάνω από ένα μέτριο κρεβάτι για ύπνο.
Η πόλη επίσης δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο να επιδείξει. Προλαβαίνουμε μετά βίας ένα από τα τελευταία τελεφερίκ (κόστος 15 lei/άτομο) τα οποία ξεκινούν παραδίπλα από το ξενοδοχείο, διασχίζουν ολόκληρη την πόλη και καταλήγουν σε μια κορυφή πάνω απ’ αυτήν. Οι υπάλληλοι προσπαθούν να μας ξαναβάλουν στο ίδιο τελεφερίκ για κάθοδο καθώς έχουν μείνει ελάχιστα λεπτά λειτουργίας του και με το ζόρι προλαβαίνουμε να ρίξουμε μια ματιά στην εντυπωσιακή θέα και στην μικρή πίστα σκι που λειτουργεί κατά τους χειμερινούς μήνες.


Κάνουμε μια μικρή βόλτα στην αδιάφορη πόλη πριν μπούμε στην διαδικασία ανεύρεσης φαγητού.

Ο οδηγός μας δεν περιέχει καν αυτήν την πόλη και εμείς έχουμε μπει στην διαδικασία ανεύρεσης πιτσαρίας. Ρωτάμε μερικούς περαστικούς και όλοι μας δίνουν την ίδια απάντηση, Pizza 66. Λίγα λεπτά αργότερα, στον πρώτο όροφο ενός εμπορικού κέντρου σε μια κεντρική πλατεία, απολαμβάνουμε τις εύγευστες πίτσες υπό τον ήχο δυνατής beat μουσικής!
11 Αυγούστου, Piatra Neamt-Chisinau (χλμ 308)
“Γιατί να πας εκεί;” Αυτή ήταν η απάντηση του φίλου Ρουμάνου Dan όταν του πρωτοανέφερα ότι θα πάω Μολδαβία. Ωστόσο κανείς ντόπιος δεν μου είχε δώσει την παραμικρή πληροφορία για το τι παίζει στα σύνορα και οι πληροφορίες που είχα βρει στο internet δεν ήταν σαφείς. Η πρωινή αναχώρηση επιβαλλόταν μιας και δεν είχαμε ιδέα για το τι θα συναντήσουμε μπροστά μας. Άλλωστε δεν είχαμε και τίποτα καλύτερο να κάνουμε σε αυτήν την πόλη…

Η διαδρομή μέχρι και το Vaslui ήταν μέσω επαρχιακού δρόμου μέτριας ποιότητας και, αδιάφορου τοπίου,. Από εκεί και μέχρι τα σύνορα ο δρόμος ήταν σε καλύτερη κατάσταση και το τοπίο θύμιζε τις πράσινες πεδιάδες που διασχίσαμε λίγο έξω από την Brasov.

Ήταν σειρά μου να με επισκεφτεί μέλισσα η οποία πέρασε από την ανοικτή ζελατίνα μου, κάτω από τα γυαλιά μου και με φιλοδώρησε με μια τσιμπιά λίγο πιο κάτω από το μάτι. Αχ τι τραβάμε και εμείς που μας αρέσει να μας βαράει ο αέρας στο πρόσωπο…
Φτάνουμε στα σύνορα όπου όλη η διαδικασία δεν διαρκεί πάνω από είκοσι λεπτά. Σύγχρονοι συνοριακοί σταθμοί και εξυπηρετικότατοι υπάλληλοι και ας μην μιλούν γρι αγγλικά. Πληρώνουμε κάτι παραπάνω από 1€ ανά μοτοσυκλέτα για διόδια και συνεχίζουμε μέσω ενός Κ-Α-Τ-Α-Π-Λ-Η-Κ-Τ-Ι-Κ-Ο-Υ δρόμου προς Κισινάου, την πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Τρομερή ποιότητα ασφάλτου και παντελής έλλειψη κίνησης. Μακάρι να είχε και μερικές στροφές παραπάνω…

Στάση σε κάποιο ωραία διαμορφωμένο πάρκινγκ για ξεκούραση, όπου και παίζουμε με το παραπλήσιο πηγάδι! Όπως ανακαλύψαμε αργότερα σε όλους τους οργανωμένους χώρους στάθμευσης υπήρχαν πηγάδια με νερό το οποίο μάλλον δεν ήταν πόσιμο. Ή τουλάχιστον αυτό που αντλήσαμε εμείς δεν υπήρχε καμία περίπτωση να το πιούμε.


Λίγη ώρα αργότερα βλέπουμε την πρώτη πινακίδα που αναφέρει ότι μπαίνουμε στην πόλη. Δραματική αλλαγή εικόνων… Από την απόλυτη ηρεμία στο χάος…Τρελό μποτιλιάρισμα και κοσμοσυρροή. Το navigator μου δείχνει δώδεκα χιλιόμετρα για το ξενοδοχείο και απορώ για το μέγεθος της πόλης. Ωστόσο το θερμόμετρο βαράει κόκκινα και μας κάνει να αναπολούμε την ανακουφιστική δροσούλα της Ρουμανίας.

Εν τέλει το “κομουνιστικό” ξενοδοχείο Cosmos ξεπροβάλει μπροστά μας. Δεν θα πω πολλά, ψηφίστηκε ομόφωνα με διαφορά το χειρότερο ξενοδοχείο της εκδρομής και ίσως το χειρότερο που έχω μείνει ποτέ. Αρχαία έπιπλα, ετοιμόρροπο μπαλκόνι, χωρίς τηλέφωνο ούτε και κλιματισμό. Οι φωτογραφίες από το μπάνιο τα λένε όλα…


Λίγη ώρα αργότερα εξορμούμε στην πόλη η οποία δεν έχει και τίποτα το σπουδαίο να επιδείξει, λόγω του ότι η παλιά πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Όλα τα αξιοθέατα τα βλέπεις μέσα σε δύο ώρες… και πολλές λέω. Καταρχάς η Μολδαβία σύμφωνα με το δείκτη ΑΕΠ της Ευρωβουλής, θεωρείται η πιο φτωχή χώρα της Ευρώπης. Τώρα το πως κυκλοφορεί τέτοιος πλούτος είναι άλλο θέμα. Οι αντιθέσεις που συναντά κανείς είναι χαοτικές. Οι αστυνομικοί με Lada:

Και τα Hammer λιμουζίνες…

Το πιο εντυπωσιακό από τα αξιοθέατα που διασώζονται είναι η αψίδα του θριάμβου η οποία βρίσκεται ανάμεσα από το προεδρικό μέγαρο και την ορθόδοξη εκκλησία με το συμπαθητικό καμπαναριό που χρονολογείται από το 1836.


Απέναντί τους ένα πάρκο στο οποίο και ψάχνουμε προστασία από τον καύσωνα. Τα πυκνά δέντρα κάνουν πολύ καλά την δουλειά τους και εμείς καθισμένοι σε ένα παγκάκι χαζεύουμε τους ντόπιους. Όλοι κάθονται με το laptop τους στα χέρια χρησιμοποιώντας τη δημόσια παροχή ρεύματος η οποία υπάρχει σε κάθε παγκάκι!

Ωστόσο στην πόλη κυκλοφορούν τόσο όμορφες γυναίκες που αν κλείσεις τα μάτια σου και διαλέξεις στην τύχη στην ξεφτίλα θα επιλέξεις την Κλόντια Σίφερ. Κινδυνεύουμε άμεσα να πάθουμε αυχενικό και αφού άντεξαν και δεν μας χώρισαν τότε οι κοπέλες μας, νομίζω πως δεν πρόκειται να το κάνουν ποτέ. Από την άλλη, πολλοί από τους άντρες που κυκλοφορούν μοιάζουν σαν να έχουν βγει από κάποια γκανγκστερική ταινία του Hollywood. Ογκώδεις, με μαύρα ρούχα και με χοντρές αλυσίδες στον λαιμό τους. Μην περιμένετε φωτογραφίες τους, μόνο ένας τρελός θα επιχειρούσε να τους σημαδέψει με τη φωτογραφική του.
Σκοτώνουμε την ώρα σε μια παραπλήσια λαϊκή η οποία ευτυχώς για εμάς, δυστυχώς για τις κοπέλες της παρέας, έχει αρχίσει να κατεβάζει ρολά και στη συνέχεια τραβάμε να χαζέψουμε το ανοικτό πολεμικό μουσείο. Έχουμε διαβάσει ότι δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο το οποίο και αποδεικνύετε 100% αληθές. Το γελοίο της υπόθεσης είναι ότι ανάμεσα στα άρματα λειτουργεί μια καφετέρια. Τι καλύτερο από το απολαμβάνεις τον καφέ σου ανάμεσα σε τανκς και αντιαρματικά!

Ο μοναχικός κόσμος, το Lonely Planet ντε, μας προτείνει το Bear House για φαγητό στο οποίο και πηγαίνουμε. Το ντεκόρ θυμίζει κάστρο -όλο από γυψοσανίδα παρακαλώ-, το φαγητό μούρλια, αν και ήρθε αρκετά αργοπορημένο και ήταν ακριβούτσικο σε σχέση με ότι άλλο είχαμε ψωνίσει στην πόλη, και η μπύρα παραγωγής τους, απλά καταπληκτική.
Κάνουμε μια μάταιη προσπάθεια να βρούμε κάποιο μαγαζί για ποτό αλλά οι νταβατζήδες που συναντάμε έξω από αυτά μας αναγκάζουν να ξαναγυρίσουμε στο Bear House για ένα δεύτερο γύρο μπύρας πριν επιστρέψουμε στο τραγικό ξενοδοχείο μας για να προσπαθήσουμε να ξεκουραστούμε στα άθλια κρεβάτια. Το παράδοξο ήταν ότι όχι μόνο η τηλεόραση του δωματίου δούλευε αλλά παρακολουθήσαμε, μέσω της δορυφορικής, ντοκιμαντέρ σε άγνωστο κανάλι με ελληνικούς υπότιτλους!
12 Αυγούστου, Chisinau-Οδησσός (χλμ 203)
Λίγο πριν αναχωρήσουμε έχουμε μια συνάντηση με δύο Νορβηγούς μοτοσυκλετιστές. Η συνεννόηση μας κατά το πλείστον στην νοηματική καθώς μιλάνε πέντε γλώσσες αλλά όχι αγγλικά! Ο λόγος της συζήτησής μας είναι η Υπερδνειστερία. Και αν δεν σας λέει τίποτα αυτό το όνομα μην ανησυχείτε. Και σε μας ήταν άγνωστο πριν έξι μήνες…
Όταν σχεδίαζα αυτό το ταξίδι είχα πέσει πάνω σε ένα ταξιδιωτικό στο moto.gr και συγκεκριμένα στο “Μαμά; Η Οδησσός είναι Βαλκάνια” του PanVas. Εκεί λοιπόν διάβασα για πρώτη φορά για την Υπερδνειστερία ή αγγλιστί Transnistria. Προσπαθώντας να βρω περισσότερες πληροφορίες ανέτρεξα στο κορυφαίο advrider.com, όπου και βρήκα την εξής αναφορά: “Crossing Transnistria (Where the @!$% is that?)”. Οι πληροφορίες που άντλησα δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικές αλλά μιας και είχα όλο τον χρόνο μπροστά μου έψαξα να βρω κάποια επίσημη ιστοσελίδα για να απευθυνθώ σε κάποιον υπεύθυνο με την ιδιότητα του δημοσιογράφου, μπας και βγάλω κάποια άκρη. Η επίσημη λοιπόν ιστοσελίδα ήταν “νεκρή” και δύο mail που κατάφερα να βρω μου επέστρεφαν ότι έστελνα…
Η Υπερδνειστερία λοιπόν είναι μια περιοχή της Μολδαβίας η οποία υποστηριζόμενη από Ρώσους, Κοζάκους και Ουκρανούς εθελοντές και την 14η Ρώσικη στρατιά έχει κηρύξει ανεξαρτησία από το 1990. Το κρατίδιο διοικείται από τον Σμιρνόφ (δεν κάνω πλάκα έτσι ονομάζεται) και στον οποίο ανήκουν το 80% των επιχειρήσεων της χώρας. Το κρατίδιο αυτοαποκαλείται Pridnestrovie (Pridnestrovskaia Moldavskaia Respublica) και θεωρείται η πιο διεφθαρμένη στην Ευρώπη με τα πρωτεία σε διακίνηση όπλων, ναρκωτικών και φυσικά γυναικών. Στα σύνορα που μας ενδιέφεραν, γινόταν της μαύρης κακομοίρας. Κανείς δεν είχε καταφέρει να περάσει χωρίς να σκάσει μπαξίσι και η αναμονή μέχρι να σε «γδύσουν» ήταν αρκετά χρονοβόρα.
Όλα τα παραπάνω με ώθησαν να βάλω κάτω τους χάρτες μου και να σχεδιάσω νέα διαδρομή η οποία απέφευγε την Υπερδνειστερία, κινούμενη παράλληλα με τα σύνορα της. Βέβαια για τους δρόμους αυτούς δεν είχα ιδέα σε τι ποιότητα θα ήταν, ούτε καν αν ήταν ασφάλτινοι, καθώς πέρα από τους online χάρτες και το google earth δεν μπορούσα να βρω κανένα άλλο στοιχείο.
Οι φίλοι Νορβηγοί λοιπόν -επιστροφή στο ταξιδιωτικό μετά την μεγάλη παρένθεση- είχαν και αυτοί το δίλημμα: “To Transnistria or not to Transnistria”. Η συμβουλή η δικιά μας ήταν να την παρακάμψουν δείχνοντάς τους στο χάρτη δύο εναλλακτικές διαδρομές.

Η κίνηση είναι υπερβολική κατά την αναχώρησή μας, αλλά ελαττώνεται όσο απομακρυνόμαστε από την πόλη. Η άσφαλτος σε μέτρια κατάσταση, το τοπίο αδιάφορο και οι ευθείες ατελείωτες.

Αρκετή ώρα αργότερα πλησιάζουμε τα σύνορα. Δεν υπάρχει καμία πινακίδα πουθενά αλλά ευτυχώς συναντάμε κάτι μικροπωλητές που στην ερώτηση μας “Ukraine?” μας δείχνουν την σωστή κατεύθυνση.
Η διαδικασία εξόδου από την χώρα είναι πιο χρονοβόρα αλλά ευτυχώς χωρίς εκπλήξεις. Οι υπάλληλοι ευγενέστατοι μας οδηγούν σε σκιερό χώρο μέχρι να τελειώσει όλη η διαδικασία.
Ξέροντας ότι ακολουθούν τα Ουκρανικά σύνορα παίρνουμε μπουφάν και γάντια παραμάσχαλα και τραβάμε προς αυτά. Ο νεαρός φύλακας στην έξοδο μας ζητάει με νόημα να γκαζώσουμε και εμείς δεν του χαλάμε χατίρι. Το KTM με τις ακράπες, έστω και ταπωμένες, πρέπει να τον αποζημίωσε.
Διανύουμε εφτά χιλιόμετρα χωρίς να συναντήσουμε πουθενά τον Ουκρανικό συνοριακό σταθμό! Πάνω που αρχίζω να αγχώνομαι ότι κάτι κάναμε λάθος και ότι κάτι δεν καταλάβαμε από αυτά που μας είπαν οι Μολδαβοί συνοριοφύλακες στην γλώσσα τους, συναντάμε μια τεράστια ουρά από αυτοκίνητα. Την προσπερνάμε και λίγο παρακάτω δύο ένστολοι μας κάνουν νόημα να σταματήσουμε. Μας μιλάν Ουκρανικά τους μιλάμε Αγγλικά και μιας και βλέπουν ότι δεν συνεννοούμαστε μας ζητούν διαβατήρια. Τα εξετάζουν -όπως κατάλαβα αργότερα έψαχναν σφραγίδα για να τσεκάρουν αν ερχόμαστε από Μολδαβία- και μας στέλνουν σε ένα γκισέ όπου γινόταν χαμός. Συμπληρώνουμε πάλι τα χαρτάκια με τα στοιχεία μας, τα οποία είχαμε συμπληρώσει και την πρώτη φορά που μπήκαμε στην χώρα, και στεκόμαστε υπομονετικά στην ουρά. Φτάνει η σειρά μας σπρώχνουμε τα χαρτιά στον υπάλληλο και σε μερικά λεπτά ξεμπερδεύουμε. Όλοι εκτός από τον Μήτσο ο οποίος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να τους πείσει ότι η μάρκα της μοτοσυκλέτας του είναι KTM. Αυτοί επέμεναν για αρκετή ώρα να τον ρωτάνε αν είναι Yamaha, Suzuki ή Honda! Με τα πολλά όμως το αποδέχονται και στη συνέχεια οδηγούμαστε σε παραπλήσιο γκισέ για δεύτερο έλεγχο των ίδιων χαρτιών όπου και πάλι το KTM έχει την ίδια αντιμετώπιση. Με το ζόρι να το κάνουν Ιαπωνικό!
Καθ’ όλη την ώρα που βρισκόμαστε στα σύνορα αυτά προσπαθώ να καταλάβω το σύστημα που δουλεύουν ξέροντας ότι σε λίγες μέρες θα ξαναπεράσουμε από το ίδιο σημείο αλλά με διαφορετική κατεύθυνση, καθώς θα κινηθούμε παραλιακά μέχρι το Δέλτα του Δούναβη. Η περιοχή εδώ έχει την ιδιαιτερότητα ότι μία μικρή λωρίδα του Μολδάβικου κράτους τέμνει το Ουκρανικό, σχεδόν μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, χωρίζοντας το δεύτερο στα δύο. Για το λόγο αυτό το σύστημα στα συγκεκριμένα σύνορα είναι κάπως πολύπλοκο και λειτουργεί ως εξής:
Αν θέλεις να πας προς Μολδαβία πρέπει να σταματήσεις οπωσδήποτε στα σύνορα για έλεγχο. Αν θες να συνεχίσεις υπό Ουκρανικού εδάφους μέχρι το Δέλτα του Δούναβη παίρνεις ένα χαρτάκι από τον φρουρό κατά την είσοδο σου στον συνοριακό σταθμό και συνεχίζεις ακάθεκτος για δώδεκα χιλιόμετρα, μέχρι να συναντήσεις το επόμενο σημείο ελέγχου στο οποίο δίνεις το χαρτάκι και περνάς.
Πενήντα χιλιόμετρα μας χωρίζουν από την πόλη της Οδησσού αλλά πριν φτάσουμε σταματάμε σε ένα βενζινάδικο για να απολαύσουμε το φουλάρισμα τριών μοτοσυκλετών με 32€. Οι τιμές της 95αρας κυμαίνονται στα 74 λεπτά το λίτρο ενώ η 98αρα έχει 78 λεπτά. Υπάρχει και 76αρα με 68 λεπτά! Άραγε τι να κινείται με αυτήν την βενζίνη.

Η Οδησσός ξεπροβάλει μπροστά μας και το μποτιλιάρισμα ξεκινά.

H ζέστη είναι ανυπόφορη, ο καύσωνας που πλήττει την Ρωσία έχει απλώσει τα πλοκάμια του κι εδώ. Το ξενοδοχείο Lermontovskiy που έχουμε κλείσει βρίσκεται κοντά στην θάλασσα και δύο χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο της πόλης. Έχει κλειστό φυλασσόμενο πάρκινγκ, ευτυχώς γιατί η γειτονιά δεν μας γεμίζει το μάτι και κλιματισμό ο οποίος αποδεικνύεται σωτήριος στον αφόρητο καύσωνα. Το να βρεις ξενοδοχείο σε αυτήν την πόλη είναι τρομερά δύσκολο. Κατά την σχεδίαση, φάγαμε πάνω από ένα μήνα στο ψάξιμο και ότι βρίσκαμε είτε ήταν άθλιο είτε δεν το σήκωνε η τσέπη μας. Το συγκεκριμένο είχε καλούτσικες κριτικές και ήταν σε λογική τιμή. Βέβαια η διαδικασία κλεισίματος αποδείχτηκε και αυτή δύσκολη, λόγω αδυναμίας συνεννοήσεως. Τα e-mail μου δεν φαινόταν να τα πολυκαταλαβαίνουν και η τηλεφωνική μας επικοινωνία ήταν για συμπεριληφθεί σε μαθήματα αγγλικών για αρχάριους.
- Θρι ροομς… ουάν, του, θρι, γιες…. φρομ τουέντι του θερτίν….νο τουέντι, τουέλβ!
Έπρεπε δε να κάνω τρεις φορές επιβεβαίωση της κράτησης σε διάστημα δύο μηνών. Μάλλον δεν το πίστευαν ούτε αυτοί ότι Έλληνες θα έφταναν μέχρι εκεί πάνω.
Ξεκινάμε για να δούμε την πόλη με τα πόδια, όπως συνηθίζουμε, πράγμα που δεν ήταν και τόσο έξυπνη ιδέα όπως αποδείχτηκε καθώς το θερμόμετρο βαρούσε σαραντάρια με υγρασία ένα θεός ξέρει πόσο και τα τρία χιλιόμετρα που μας χωρίζουν από τα Potemkin steps να είναι παντελώς αδιάφορα.

Τα σκαλιά αυτά έγιναν διάσημα από την ταινία “Θωρηκτό Ποτέμκιν” γυρισμένη το 1925 από τον Σεργκέι Αϊζενστάιν και είναι μια ιστορική ταινία, που αναφέρεται στην εξέγερση των ναυτών του ομώνυμου θωρηκτού, το 1905, την εποχή του Ρώσο – Ιαπωνικού πολέμου. Στα σκαλιά γυρίστηκε η διάσημη σκηνή της σφαγής αθώων από τους στρατιώτες της φρουράς του Τσάρου και θεωρείται μια από τις κορυφαίες σκηνές του κινηματογράφου.
Οι διαστάσεις τους είναι 27 μέτρα ύψος και 142 μήκος, ενώ το πιο ψηλό σκαλί έχει μήκος 12,5 μέτρα και το πιο χαμηλό 21,7. Ο σχεδιασμός αυτός δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τα σκαλιά είναι κατά πολύ μεγαλύτερα σε μήκος όταν κανείς τα κοιτά από την κάτω πλευρά και μικρότερα όταν βρίσκεται στην κορυφή. Η ιδιαίτερη κατασκευή της δημιουργεί και μια δεύτερη ψευδαίσθηση με τα πλατύσκαλα να μην είναι ορατά από την κάτω πλευρά της και τα σκαλιά να γίνονται αόρατα από την κορυφή της όπως φαίνεται και στις αντίστοιχες φωτογραφίες.

Στην κορυφή των σκαλιών, τα οποία μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας αναφέρονται ως Primorsky Stairs, υπάρχει το άγαλμα του Armand-Emmanuel du Plessis, του πρώτου κυβερνήτη της πόλης.

Συνεχίζουμε τον περίπατό μας στον πεζόδρομο Primosky ώσπου να συναντήσουμε το παλάτι του Vorontsov. Το παλάτι χτίστηκε μεταξύ του 1827 και του 1830 για τον πρίγκιπα και κυβερνήτη της Οδησσού Michael Vorontsov. Ήταν η πρώτη δουλειά του αρχιτέκτονα Boffo και ήταν αυτή που εντυπωσίασε τον πρίγκιπα ώστε να του αναθέσει και την κατασκευή των Potemkin Stairs.

Δίπλα στο παλάτι βρίσκεται μια κιονοστοιχία ελληνικού ρυθμού με πανοραμική θέα προς την πόλη. Ο ήλιος κάνει παιχνίδια με τα σύννεφα και η φωτογραφική μηχανή υπερωρίες…


Λίγο πιο πέρα συναντάει κανείς την Mother in Law bridge, τη γέφυρα της πεθεράς δηλαδή, όπου κτίστηκε το 1950 από κάποιον αξιωματούχο του κομουνιστικού σώματος για να μην χρειάζεται η πεθερά του να κάνει τον κύκλο της πόλης για να έρθει ή μάλλον καλύτερα να φύγει απ’ την οικεία του. Στη σημερινή εποχή, η πεζογέφυρα είναι πόλος έλξης ερωτευμένων ζευγαριών, γεμάτη με λουκέτα τα οποία υποδηλώνουν αιώνια αγάπη. Το σφυρί που υπάρχει σε μία κολόνα της γέφυρας είναι γι’ αυτούς που βιάστηκαν να “κλειδώσουν” τον έρωτα τους.

Πορεία προς την Deribasovskaya, τον κεντρικό πεζόδρομό τους ο οποίος κατά το πλείστον σφύζει από εσωτερικό τουρισμό.

Επιλέγουμε το Steakhouse για φαγητό και για πρώτη φορά παρατηρούμε μία περίεργη συμπεριφορά απέναντί μας. Με το που ακούν αγγλικά μας αγνοούν και μας βάζουν τελευταίους στη λίστα εξυπηρέτησης. Κατά τα άλλα το φαγητό ήταν υπέροχο αλλά όταν ήρθε ο λογαριασμός ανακαλύψαμε ότι μας είχαν χρεώσει πιάτα που παραγγείλαμε μεν, αλλά δεν ήρθαν ποτέ, καθώς μας είχαν ήδη ενημερώσει ότι δεν τα είχαν. Θα το θεωρούσα αθώο λάθος αν δεν κυνηγούσαμε τον σερβιτόρο γύρω στα 15 λεπτά για να διορθώσει τον λογαριασμό και του οποίου η αντίδραση ήταν σαν να προσπαθούσαμε να τον κλέψουμε.
Πριν πάρουμε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής κάνουμε μια στάση για μπύρα, σχεδόν απέναντι από την φωταγωγημένη όπερα, στην πιτσαρία Zara, όπου έχουμε και πάλι την ίδια αντιμετώπιση…

13 Αυγούστου, Οδησσός
Στο ξενοδοχείο το πρωί προσπαθούμε μετά βίας να πάρουμε κάποιες πληροφορίες από την ρεσεψιονίστ η οποία ήταν πιστό αντίγραφο της Αντζελίνα Τζολί αλλά πιο κρύα και από το παγόβουνο του Τιτανικού. Τις μισές ερωτήσεις μας τις αγνόησε και όταν απαντούσε δεν έλεγε παραπάνω από δύο κουβέντες.
Η Νατάσα πάει στο παραπλήσιο σούπερ μάρκετ για να γευτεί την πλήρη άρνηση των υπαλλήλων να την εξυπηρετήσουν μόλις την ακούν να μιλά αγγλικά. Δεν απαντούσαν καν, απλά γύριζαν το κεφάλι απ’ την άλλη πλευρά.
Τραβάμε και πάλι ποδαράτα προς το κέντρο με το θερμόμετρο να βαράει και σήμερα κόκκινα. Ψάχνουμε να βρούμε το μουσείο της Φιλικής Εταιρείας και πέφτουμε πάνω στο εμπορικό κέντρο Αθηνά, μια επένδυση της εταιρίας «Μηχανική» (Εμφιετζόγλου) που στο κεντρικό του εσωτερικό κοινόχρηστο χώρο περιέχει ένα μνημείο με την μορφή της θεάς Αθηνάς, αφιερωμένο στα άτυχα θύματα του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος της Θεσσαλονίκης το 1997 (οι περισσότεροι από εμάς θα θυμούνται το μοιραίο Γιάκοβλεφ που έπεσε στην περιοχή της Πιερίας), ανάμεσα στα οποία ήταν και πολλοί εργαζόμενοι της εταιρείας.

Από το εμπορικό κέντρο ξεκινά και η οδός Ελλήνων, παράλληλα στον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Σε απόσταση αναπνοής βρίσκεται και το μουσείο της Φιλικής Εταιρίας. Όπως αναφέρει και η επιγραφή:

Ο υπάλληλος μέσα δεν μιλά γρι αγγλικά, ούτε ελληνικά. Παίρνει κάπου τηλέφωνο και λίγο αργότερα εμφανίζεται μια κοπέλα που μας ρωτά σε σπαστά ελληνικά τι θέλουμε. Απαντάμε “να δούμε το μουσείο” και με την σειρά της δίνει εντολή στον υπάλληλο να ξεκλειδώσει τις πόρτες και να ανοίξει τα φώτα. Μας λέει στα πεταχτά ότι έχει δύο ορόφους και μας αφήνει να απολαύσουμε το πριβέ μουσείο μας.

Το μουσείο είναι καλοστημένο με μπόλικο υλικό για να σε κρατήσει απασχολημένο για αρκετή ώρα. Μόνη παραφωνία τα ομοιώματα των Φιλικών, Νικόλαου Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθου και Αθανάσιου Τσακάλωφ, τα οποία δεν είχαν κάτω άκρα… χτυπούσαν άσχημα στο μάτι.

Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσης

Μάχου Υπερ Πίστεως και Πατρίδος



Στην πλατεία, δίπλα στο εμπορικό κέντρο, υπάρχει το καφέ Ελληνικόν. Ο κατάλογος γράφει φραπέ και η στέρηση έχει βαρέσει κόκκινα, σαν το θερμόμετρο. Το νεροζούμι όμως που έρχεται μας προσγειώνει κάπως απότομα.

Συνεχίζουμε βολτάροντας για μια ακόμα φορά στον κεντρικό τους πεζόδρομο. Στην κορυφή του φιλοξενεί ένα πάρκο, όπου δύο γλυπτά έχουν την τιμητική τους. Μία καρέκλα που συμβολίζει την σατιρική νουβέλα «Οι δώδεκα καρέκλες» του Ηλία Ιλφ και Ευγένιου Πετρώφ και ένα άγαλμα αφιερωμένο στον ηθοποιό και τραγουδιστή Leonid Utyosov. Υπάρχει τρελή κοσμοσυρροή για μία πόζα μαζί τους.


Το ωραίο φύλο δίνει και πάλι ρέστα. Ο πήχης έχει πέσει αμυδρά σε σχέση με την Μολδαβία αλλά μιλάμε για πολύ μικρή διαφορά. Όσον αφορά τους άντρες ο ένας είναι χειρότερος από τον άλλο. Σε γκάλοπ που κάναμε με τις κοπέλες της παρέας για το αν είδαν κάποιον ωραίο καθ’ όλη την διάρκεια της εκδρομής, κατάφεραν με το ζόρι να βρουν ένα Ρουμάνο…
Ο περίπατος μας συνεχίζεται στους πεζόδρομους δίπλα από την όπερα και το μουσείο.


Η Οδησσός εκτός των άλλων φημίζεται για τις παραλίες της. Ξέραμε απ’ την αρχή ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μας εντυπωσιάσουν αλλά πήγαμε για να πάρουμε μια γεύση. Πολύ κοντά στο ξενοδοχείο μας είναι μία από της φημισμένες παραλίες της πόλης, η Otrada. Ο πεζόδρομος που οδηγεί προς αυτήν διασχίζει ένα καταπράσινο πάρκο-λόφο όπου οι πολυτελείς κατοικίες των πλουσίων κατέχουν την καλύτερη θέση πάνω απ’ την θάλασσα.

Στην παραλία γίνεται πατείς με, πατώ. Η άμμος είναι γεμάτη με συνθλιμμένα μύδια και η θάλασσα έχει ένα περίεργο πράσινο χρώμα.


Αν έχετε διαβάσει παλαιότερα ταξιδιωτικά μας θα έχετε παρατηρήσει ότι με κάθε ευκαιρία κάνουμε κάποιο extreme sport. Έτσι και εδώ το παίρνουμε απόφαση και βουτάμε στην μαύρη θάλασσα! Το νερό δεν έχει σχεδόν καθόλου αλάτι και το πράσινο χρώμα οφείλεται στο σκεπασμένο με φύκια βυθό. Λίγα μέτρα μέσα στην θάλασσα περνάει ένας τεράστιος αγωγός όπου οι λουόμενοι στέκονται πάνω του και μαζεύουν μύδια. Στην παραλία περιφέρεται μια γιαγιά πουλώντας παστά ψάρια…

Αργά το απόγευμα κατηφορίζουμε με δύο τροχούς προς το κέντρο για μάσα. Το παραδοσιακό Ukrayinska Lasunka πάνω στον κεντρικό πεζόδρομο μας είχε γεμίσει το μάτι και όπως αποδείχτηκε η επιλογή ήταν σωστή. Εκτός των υπέροχων τοπικών πιάτων, είναι η πρώτη φορά που κάποιος ντόπιος μας χαμογελάει! Η ζέστη είναι όμως τόσο αφόρητη που αισθανόμαστε σα να έχουμε παραγγείλει σούπα μέσα σε σάουνα!
Ανησυχούμε για την αυριανή διαδρομή καθώς εκτός από τα πολλά χιλιόμετρα, έχει και πολλά εμπόδια που σίγουρα θα μας καθυστερήσουν. Δύο διασχίσεις συνόρων (Ουκρανία-Μολδαβία και Μολδαβία-Ρουμανία) και ένα πέρασμα του Δούναβη με καραβάκι. Οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται πάντα με συνοδεία μπύρας, έτσι λοιπόν συμφωνήσαμε για πολύ πρωινή αναχώρηση.
Επιστρέφουμε στο μέρος που αφήσαμε τις μοτοσυκλέτες όπου συναντάμε κάτι δημοτικούς, μάλλον, υπάλληλους να τις περιεργάζονται. Προφανώς έχουμε παρκάρει παράνομα σκέφτομαι και παίρνω το ρόλο του αθώου τουρίστα που δεν καταλαβαίνει τι του λένε. Να πω την αλήθεια δεν πολυπροσπάθησαν να μας εξηγήσουν, αλλά δεν τους δώσαμε και χρόνο καθώς εξαφανιστήκαμε με τάχιστες κινήσεις.
14 Αυγούστου, Οδησσός – Constanta (χιλ 505)

Πεντέμισι το πρωί βαράει το ξυπνητήρι και μισή ώρα αργότερα αναχωρούμε διασχίζοντας την άδεια πόλη για να βρεθούμε σύντομα εκτός αυτής. Η πρωινή δροσούλα μαγική. Το ίδιο και τα χρώματα της ανατολής του ηλίου.

Μεγάλη προσοχή θέλουν οι ουκρανοί οδηγοί. Θεωρούν ότι είναι κυρίαρχοι των δρόμων και πραγματικά κάνουν ότι τους καπνίσει. Ένας από αυτούς, αφού μας προσπερνάει πατητός με το Lada του, συνεχίζει προσπαθώντας να περάσει και το προπορευόμενο φορτηγό. Δεν τον παίρνει όμως, λόγω ενός αντίθετα ερχόμενου οχήματος και βγαίνει στα χωράφια αριστερά του δρόμου!
Φτάνουμε στα σύνορα, που είχαμε ξαναβρεθεί πριν δύο μέρες, και όπως είχα σωστά συμπεράνει, ο φρουρός μας δίνει ένα χαρτάκι όπου γράφει απλά τρεις μοτοσυκλέτες. Το κρατάμε και συνεχίζουμε για δέκα ακόμα χιλιόμετρα μέχρι να συναντήσουμε το επόμενο φυλάκιο. Δίνουμε το χαρτάκι στον εκεί φρουρό και συνεχίζουμε ακάθεκτοι. Τρελές ευθείες απίστευτη άνοια…

Λίγο πριν αποχαιρετήσουμε την Ουκρανία γεμίζουμε τα ρεζερβουάρ λόγω της τσαμπέ βενζίνης και συνεχίζουμε προς το συνοριακό φυλάκιο.
Ένα ερείπιο εμφανίζεται μπροστά μας και από τους ένστολους καταλαβαίνουμε ότι μάλλον είμαστε στα σύνορα. Σε ένα γκισέ του χαλάσματος βρίσκεται ο πρώτος υπάλληλος ο οποίος έχει μπροστά του έναν υπολογιστή με αρχαιολογική αξία ενώ σε ένα υπαίθριο τραπεζάκι ο δεύτερος hi-tech υπάλληλος με ένα λάπτοπ. Αν και δεν υπάρχει άλλος μπροστά μας, η διαδικασία είναι απελπιστικά αργή. Μας τρώει πάνω τριάντα λεπτά για να περάσουμε και οι τρεις. Βγαίνοντας από το φυλάκιο ακούμε την πρώτη αγγλική λέξη από ουκρανό συνοριοφύλακα “γκουντ μπάι!”.
Στο Μολδαβικό φυλάκιο μας υποδέχεται ένας πιτσιρικάς με χαμόγελο. Απογοητεύεται που δεν μιλάμε γαλλικά αλλά κάνει τα πάντα για να μας εξυπηρετήσει μέχρι που ο βαρύμαγκας, πάλιουρας, μουστακαλής εμφανίζεται στην σκηνή. Τα χαμόγελα κόβονται και οι κουβέντες γίνονται κοφτές. Παίρνει τα χαρτιά μας και εξαφανίζεται για λίγο. Επιστρέφει ελέγχοντας τις πινακίδες μας και αρχίζει τα “πρόμπλεμ”, “μπιγκ πρόμπλεμ”. Μας δείχνει τον αριθμό στην άδεια κυκλοφορίας και τον αριθμό στην πινακίδα μας και ρωτάει επίμονα για την απουσία του αρχικού μηδενικού. Προσπαθώ να του εξηγήσω αλλά δεν καταλαβαίνει. Μπαίνει στην μέση η Νατάσα με τα σπαστά τσέχικα και ως δια μαγείας ο τύπος πείθεται. Μας επιστρέφει τα χαρτιά μας και μας υποδεικνύει ένα άλλο γραφείο. Ο δεύτερος υπάλληλος επανελέγχει τα χαρτιά και μας στέλνει δίπλα στο ταμείο για πληρωμή διοδίων. Του δείχνω ότι έχουμε πληρώσει κατά την προηγούμενη είσοδο στη χώρα αλλά αυτός επιμένει να λέει “μπάνκα”. Νευριάζω αλλά συγκρατιέμαι, έχουν το πάνω χέρι. Πάμε δίπλα και η κοπέλα πίσω από τον γκισέ μας ζητάει 17,50 lei ανά μοτοσυκλέτα. Της λέμε “σε €;”, για να πάρουμε την απάντηση ότι δεν γίνεται δεκτό. Μόνο lei ή πιστωτική κάρτα. Στον άλλο συνοριακό σταθμό, την πρώτη φορά που μπήκαμε Μολδαβία δέχονταν €, εδώ όχι… τρελά πράγματα. Εν τέλει πληρώνουμε με κάρτα η οποία και χρεώθηκε με παραπάνω έξοδα για την κίνηση από το ποσό που έπρεπε να πληρώσουμε!
Αναχωρούμε νευριασμένοι για να διανύσουμε περίπου εβδομήντα άθλια χιλιόμετρα με συνεχόμενες λακκούβες επί Μολδάβικου εδάφους αγανακτώντας για το γεγονός ότι πληρώσαμε και διόδια.
Στο δρόμο δεν κυκλοφορεί ψυχή, οι ευθείες χάνονται στον ορίζοντα και οι λίγες διασταυρώσεις δεν έχουν καμία σήμανση. Όμως ως δια μαγείας δύο φορές που χρειαστήκαμε οδηγίες για την πορεία μας συναντήσαμε τους αντίστοιχους ανθρώπους, κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά, οι οποίοι μας έδωσαν τις κατάλληλες πληροφορίες με χρήση της νοηματικής.
Εν τέλει φτάνουμε στον επόμενο συνοριακό σταθμό από τον οποίο ξεμπερδεύουμε με συνοπτικές διαδικασίες. Διασχίζουμε την σιδερένια γέφυρα η οποία ενώνει τα δύο κράτη και βρισκόμαστε επί Ρουμανικού εδάφους.

Αχ Ευρώπη! Οι συνοριοφύλακες μιλούν αγγλικά, είναι ευγενικοί και κάνουν πλάκα μαζί μας! Ο ένας από αυτούς μας μιλάει κιόλας ελληνικά. Δηλώνει πως μας ζηλεύει και πως και αυτός θέλει κάποτε να κάνει ταξίδια με μοτοσυκλέτα. Του το ευχόμαστε μέσα απ’ την καρδιά μας και συνεχίζουμε την διαδρομή μας.
Διασχίζουμε την μεγαλούπολη του Galati, μέσα από τρελό μποτιλιάρισμα, και συνεχίζουμε προς Braila. Δεν υπάρχει καμία πινακίδα να μας στέλνει προς το ferry αλλά ευτυχώς το navigator μας πηγαίνει ακριβώς.

Μας κάνουν νόημα να επιβιβαστούμε στην παντόφλα και μας στριμώχνουν όσο δεν πάει άλλο. Το τελευταίο βαν που φορτώνουν σχεδόν αιωρείται…

Είμαστε ήδη έξι ώρες στο δρόμο με μόνες στάσεις αυτές που κάναμε στα σύνορα συν μία για βενζίνη. Η θερμοκρασία νιώθω πως περνάει τους 40 βαθμούς αλλά δε μπορώ να το επιβεβαιώσω. Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόμαστε στην απέναντι όχθη και αράζουμε στο παραπλήσιο αναψυκτήριο καθώς έχουμε αφυδατωθεί εντελώς. Αναπληρώνουμε υγρά και συνεχίζουμε μέσω μιας ιδιαίτερα όμορφης διαδρομής που διασχίζει απέραντους βάλτους μέσα από τους οποίους ξεφυτρώνουν πανύψηλα δέντρα. Κοντά στις όχθες των βάλτων δροσίζονται ζώα και πουλιά, ενώ ψαράδες δοκιμάζουν την τύχη τους στα πράσινα νερά.


Ευτυχώς για εμάς το τοπίο συνεχίζει να είναι ενδιαφέρον παρά την απομάκρυνσή μας από τον Δούναβη. Ένας καλοσχεδιασμένος ελικοειδής δρόμος ο οποίος ανεβοκατεβαίνει αρκετούς λοφίσκους μας οδηγεί στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.

Από εκεί και μέχρι την Κωνστάντια μας συνοδεύουν απέραντες κοιλάδες και ανεμογεννήτριες που απλώνονται όσο μπορεί να δει το μάτι μας.

Η πόλη μας υποδέχεται με το σήμα κατατεθέν της, το καραβάκι. Το θερμόμετρο σε κάποιο φανάρι γράφει 37 βαθμούς και εμείς δεν βλέπουμε την ώρα να φτάσουμε στο ξενοδοχείο.

Τα φανάρια συχνά και πέφτουμε από κόκκινο σε κόκκινο για αρκετή ώρα. Τελικά το GMG ξεπροβάλει την ώρα που μας την πέφτουν κάποιοι ντόπιοι κουνώντας μας κλειδιά και φωνάζοντας “cazare-cazare”. Όπως ανακαλύψαμε αργότερα σε όλη την παραλιακή ζώνη υπάρχουν δεκάδες τέτοιοι τύποι που νοικιάζουν δωμάτια.

Παρκάρουμε τις κυρίες μας ευπρεπώς, πάνω στο κόκκινο χαλί και τραβάμε για την παραλία της Mamaia, την πιο φημισμένη της χώρας. Έχετε δει τη χαρακτηριστική φωτογραφία με τους στιβασμένους κινέζους σε μία παραλία που κυκλοφοράει στο net; Μάλλον στην Mamaia πρέπει να τραβήχτηκε…

Η εικόνα αποκρουστική. Ο πήχτρα κόσμος εκτός και εντός θαλάσσης, τα σκουπίδια που ήταν πεταμένα παντού, ένα λούνα παρκ που λειτουργούσε πάνω στην άμμο, τα ξενοδοχεία με τα δωμάτια που θύμιζαν κάτι από στοιβαγμένα τελάρα και μια παραλιακή γεμάτη φαστφουντάδικα και κακόγουστα καφέ-εστιατόρια, μας ωθούν στο να κάνουμε άμεσα μεταβολή. Ο παράλληλος δρόμος που ακολουθούμε είναι γεμάτος με πολυτελή αυτοκίνητα.

Στην πόλη συναντάμε επίσης, πολλά φτιαγμένα hayabusa.

Κοντά στο ξενοδοχείο είχαμε δει ένα αξιοπρεπές εστιατόριο και μιας και δεν είχαμε κάποια καλύτερη επιλογή τραβήξαμε προς τα εκεί. Κατά λάθος βρισκόμαστε μάλλον στο πιο ιν ρεστοράν της πόλης, στο La Dolce Vita. Αν και γίνεται χαμός η εξυπηρέτηση είναι τάχιστη και το φαγητό ποιοτικό. Οι ρουμάνικες τιμές ασυναγώνιστες.
15 Αυγούστου, Constanta – Nesebar (χιλ 284)
Πριν αναχωρήσουμε τραβάμε για μια πρωινή γρήγορη βόλτα στην πόλη. Μιας και έχω ξαναέρθει, αναλαμβάνω τα χρέη ξεναγού και προσπαθώ να πλησιάσω την προβλήτα που φιλοξενείται το παλαιό καζίνο. Ο δεκαπενταύγουστος όμως είναι η εθνική εορτή του ρουμάνικου ναυτικού και στην Κωνστάντια γίνεται μία από τις πιο φαντασμαγορικές τελετές.
Η αστυνομία μας αναγκάζει να κάνουμε μερικούς κύκλους, καθώς έχουν κλείσει αρκετούς δρόμους, αλλά τελικά καταφέρνουμε να πλησιάσουμε το λιμάνι. Μια μπάντα του ναυτικού δίνει ρυθμό συνοδευόμενη από τους κανονιοβολισμούς των δεκάδων πολεμικών πλοίων που πλέουν στα ανοιχτά της θάλασσας.

Ανάμεσα στο πλήθος ξεχωρίζει το καζίνο, χτισμένο κάπου ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους, σε αρ νουβό ρυθμό, από τους αρχιτέκτονες Daniel Renard και Petre Antonescu. Δυστυχώς αυτό το αριστούργημα είναι εγκαταλελειμμένο στη μοίρα του και σε πολύ χειρότερη κατάσταση από ότι το είχα βρει ενάμιση χρόνο πριν.

Παραδίπλα βρίσκεται ο εντυπωσιακός φάρος ονόματι Genoece, χτισμένος προς τιμήν των Γενουατών εμπόρων οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή τον 13ο αιώνα.

Χαζεύουμε για λίγο την γιορτή πριν επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο για να φορτώσουμε τις μοτοσυκλέτες μας και να αναχωρήσουμε προς Βουλγαρία και συγκεκριμένα προς Nesebar.

Ο παραλιακός δρόμος μέχρι τα σύνορα είναι πήχτρα στην κίνηση και τα ατυχήματα είναι συχνό φαινόμενο. Αν δεν με απατά η μνήμη μου πρέπει να συναντήσαμε τέσσερα τρακαρισμένα αυτοκίνητα σε απόσταση περίπου είκοσι χιλιομέτρων.
Το ένα τουριστικό θέρετρο διαδέχεται το άλλο για τα επόμενα εξήντα χιλιόμετρα και το τελευταίο ξενοδοχειακό συγκρότημα δεν απέχει παραπάνω από πεντακόσια μέτρα από τα σύνορα.
Περνάμε από τον τυπικό έλεγχο των Ρουμάνων και τον ανύπαρκτο των Βουλγάρων! Πολύ σωστά διαβάσατε, στην Βουλγάρικη πλευρά δεν υπήρχε κανείς εκτός ενός βαριεστημένου υπαλλήλου που ήταν υπεύθυνος για τις κάρτες διοδίων. Οι μοτοσυκλέτες ευτυχώς δεν πληρώνουν διόδια

Η πρώτη εντύπωση από την Βουλγαρία είναι αποθαρρυντική. Τα παραθεριστικά κέντρα έχουν εξαφανιστεί, οι δρόμοι είναι χάλια και η φτώχια είναι ζωγραφισμένη τόσο στα πρόσωπα των ανθρώπων όσο και στις οικίες τους. Η εικόνα αυτή κρατάει για περίπου εκατό χιλιόμετρα μέχρι να ξανασυναντήσουμε τουριστική ζώνη. Το τοπίο αλλάζει και πάλι δραματικά. Καλύτεροι δρόμοι, περιποιημένα κτίρια και γενικά καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Σχεδόν σε όλες τις μεγαλουπόλεις που διασχίζουμε υπάρχει και κάποιο υπαίθριο πολεμικό μουσείο.

Η διαδρομή γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα λίγο πριν την μεγαλούπολη της Varna διασχίζοντας ένα καταπράσινο δάσος που απλώνεται πάνω σε μικρούς λόφους.

Στο πλάι του δρόμου ιερόδουλες ψαρεύουν διερχόμενους οδηγούς! Δυστυχώς οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι χάλια λόγω του ότι είναι από την helmet camera…


Στάση για ανεφοδιασμό και συμπλήρωση υγρών ψυγείου στο KTM που τα έχει δει όλα από την ζέστη. Το βεντιλατέρ του βαράει υπερωρίες…

Φτάνουμε Nesebar και οδηγούμαστε προς την χερσόνησο στην οποία βρίσκεται το ξενοδοχείο μας, το Royal Palace. Όμορφο, στην καρδιά της παλιάς πόλης η οποία σφύζει από τουρισμό. Τακτοποιούμαστε τάχιστα και τραβάμε για να τη γνωρίσουμε καλύτερα.
Το Nesebar, μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο από το 1983, είναι χτισμένο στην θέση της αρχαίας Μεσημβρίας. Η αρχαία πόλη βρίσκεται σε μια βραχώδη χερσόνησο, παλιότερα νησί, που ενώνεται με μια λωρίδα γης με τη στεριά. Τα αρχαιολογικά ερείπια της πόλης χρονολογούνται κυρίως από την Ελληνιστική περίοδο και περιλαμβάνουν την ακρόπολη, έναν ναό του Απόλλωνα, την αρχαία αγορά και ένα τμήμα των αρχαίων θρακικών τειχών. Επίσης, υπάρχουν μεσαιωνικά μνημεία από την περίοδο που η πόλη αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες περιοχές του Βυζαντίου στα δυτικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ενώ τα ξύλινα σπίτια του 19ου αιώνα είναι χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής εκείνης της περιόδου. Η παλαιά πόλη φιλοξενεί τον εντυπωσιακό αριθμό των έντεκα εκκλησιών!




Η βόλτα στο γραφικά σοκάκια μας κρατά απασχολημένους για αρκετή ώρα και η ανεύρεση κάποιου καλού εστιατόριου σε μια τουριστικότατη πόλη αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Η αναποφασιστικότητά μας, μας οδηγεί στην χειρότερη επιλογή που μπορούσαμε να κάνουμε. Καθόμαστε σε ένα εστιατόριο (Honolulu) όπου ο σερβιτόρος μας μιλά ελληνικά, η μουσική που παίζει είναι ελληνική (Καρρά παρακαλώ), η παραγγελία γίνεται επίσης στα ελληνικά και το μόνο τελικά που αξίζει είναι η θέα.
Η βραδιά κλείνει με φαντασμαγορικά βεγγαλικά στην πλατεία καθώς και εδώ η 15η Αυγούστου είναι τοπική εορτή.

16 Αυγούστου, Nesebar-Θεσσαλονίκη (χιλ 736)

Η μέρα της επιστροφής σε πάτρια εδάφη έφτασε. Τα χιλιόμετρα είναι πολλά και κατά το πλείστον αδιάφορα. Ξεκινάμε προυνό-προυνό διασχίζοντας αρχικά αρκετά τουριστικά θέρετρα. Σύντομα όμως αφήνουμε πίσω μας την Μαύρη Θάλασσα για να κινηθούμε παράλληλα με τα Τούρκικα σύνορα. Η ορεινή, έρημη διαδρομή είναι γραφικότατη με το θερμόμετρο επιτέλους να κινείται σε λογικά πλαίσια.

Εκατό χιλιόμετρα πριν τα σύνορα αρχίζουμε να συναντάμε τα πρώτα οχήματα με ελληνικές πινακίδες. Σταματάμε για να φουλάρουμε βενζίνη λίγο πριν αφήσουμε τη Βουλγαρία, όπου και παρατηρούμε διαρροή καυσίμου στο KTM. Ύστερα από σύντομη αξιολόγηση της κατάστασης και καθώς η απώλεια καυσίμου είναι μικρή, αποφασίζουμε να συνεχίσουμε προς Θεσσαλονίκη.

Η Εγνατία βαρετή, χωρίς βενζινάδικα ακόμα, πράγμα που μας αναγκάζει να βγαίνουμε εκτός της για ανεφοδιασμό.

Γύρω στις επτά το απόγευμα φτάνουμε επιτέλους στο ξενοδοχείο Heaven λίγο έξω από την Θεσσαλονίκη. Ο Μανώλης σωριάζεται κάτω κομμάτια από την εντεκάωρη οδήγηση…

Τα παραπλήσιο mall αναλαμβάνει να σβήσει την πείνα μας και την στέρηση μας για “βρώμικο”. Μερικά σουβλάκια αργότερα επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο για να κάνουμε ένα μίνι απολογισμό της εκδρομής στο τεράστιο μπαλκόνι του δωματίου μας, με τα φώτα της συμπρωτεύουσας στα πόδια μας.

17 Αυγούστου, Θεσσαλονίκη-Πειραιάς (χιλ 578)
Ξυπνάμε πρωί και ψάχνουμε στο internet για εξουσιοδοτημένο συνεργείο της KTM και τοποθετούμε στο navigator την διεύθυνση του Pro Bike. Λίγη ώρα αργότερα βρισκόμαστε έξω από το συνεργείο. Εξηγούμε το πρόβλημά μας και ότι πρέπει να συνεχίσουμε το ταξίδι μας και το Adventure ανεβαίνει στη ράμπα για περαιτέρω εξέταση. Εντοπίζεται ραγισμένο ρακόρ και αντικαθίσταται μέχρι εμείς να πιούμε ένα καφέ στην παραπλήσια καφετέρια.

Πίσω στο ξενοδοχείο, φορτώνουμε και τραβάμε τον δρόμο της επιστροφής. Η υποτιθέμενη εθνική μας οδός έχει γεμίσει από σταθμούς διοδίων… έλεος. Έχουμε πληρώσει συνολικά 23€ σε εννέα χώρες, διανύοντας περίπου 4500 χιλιόμετρα και στην Ελλάδα για το ένα τρίτο από αυτά πληρώνουμε 19€!

Η ζέστη αφόρητη προπαντός στον Θεσσαλικό κάμπο όπου οι φωτιές -μικρές ευτυχώς- διαδέχονται η μία την άλλη.

Ο Πειραιάς κάνει επιτέλους την εμφάνιση του και οδηγούμαστε κατευθείαν στο βαπόρι. Το navigator γράφει συνολικά 5975 χιλιόμετρα, ενώ οι χιλιομετροδείκτες μας κάτι ψιλά παραπάνω!

Τακτοποίηση, φαγητό και όνειρα για μελλοντικές περιπέτειες μέχρι τα βλέφαρα να γίνουν βαριά. Ο ύπνος απαραίτητος καθώς η επόμενη μέρα είναι εργάσιμη για αρκετούς από εμάς.
Επίλογος
«Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά» λέει ο Διονύσης και εγώ με την σειρά μου δεν ξέρω τι να γράψω για επίλογο. Το φετινό οδοιπορικό -όπως και το περυσινό στην Τουρκία- ήταν ένα ταξίδι μακριά από τις εξευρωπαϊσμένες χώρες. Μια μικρή περιπέτεια μέσα σε χώρες που προσπαθούν να ορθοποδήσουν από πολέμους και κομουνιστικά δεσμά. Σε μερικές η Ευρώπη έχει ήδη βάλει το χέρι της, ενώ άλλες δεν τις έχει ακόμα ακουμπήσει. Χώρες αγνές που κρύβουν εκπληκτικές φυσικές ομορφιές περιμένοντας τον ταξιδιώτη να τις ανακαλύψει. Και αν βρεθεί κάποιος να σας πει ότι αυτές οι χώρες είναι επικίνδυνες, απλά αγνοήστε τον…
Πριν το φινάλε θα θέλαμε να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους συνέβαλαν με τον δικό τους τρόπο στην πραγματοποίηση αυτού του ταξιδιού και πιο συγκεκριμένα: στο κατάστημα ειδών μοτοσυκλέτας GAS, Κίσσαμου 98 Χανιά, στον φίλο Ρουμάνο Dan για τις πολύτιμες πληροφορίες που μας έδωσε για τον τόπο του, στον Μανώλη από το motoridersclub.com για τις πληροφορίες που μας έδωσε επίσης για την Ρουμανία, την δεύτερη πατρίδα του όπως την ονομάζει, στον φίλο Γιώργο για την ανταλλαγή πληροφοριών που κάναμε μέσω του advrider.com και στον Δημήτρη από τον Αλμυρό Βόλου που τελευταία στιγμή και λόγω έλλειψης βενζίνης, προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει αν και τελικά δεν χρειάστηκε.
Last but not least…
Χάρτες, διαδρομές, σημεία ενδιαφέροντος και tracklogs

Interactive google map μπορείτε να βρείτε εδώ.
Σημ: Ο χάρτης περιέχει ένα λαθάκι καθώς δεν έχει το ferry που διασχίζει τον Δούναβη. Αν παρατηρήσετε θα δείτε ότι σε εκείνο το σημείο η διαδρομή κάνει ένα μικρό κύκλο.
Στα παρακάτω αρχεία μπορείτε να βρείτε τις διαδρομές όπως αρχικά σχεδιάστηκαν, τα tracklogs που δείχνουν ακριβώς την πορεία που διαγράψαμε και τα σημεία ενδιαφέροντος (κοινώς POI’s) από τα μέρη που εμείς επισκεφτήκαμε.
Download Routes, Tracklog & POIs (MapSource format)
Download Routes, Tracklog & POIs (Google Earth format)
Κατανάλωση
Στον παρακάτω πίνακα θα βρείτε ένα συγκριτικό κατανάλωσης των μοτοσυκλετών της παρέας μας. Σημειωτέων ότι όλοι ήταν διπλοί εκτός από το KTM.
| Μοτοσυκλέτα | Χιλιόμετρα | Λίτρα | Λίτρα / 100 χιλ. |
| Yamaha TDM 900 | 6110 | 277,82 | 5,09 |
| Suzuki V-Strom 650 | 6111 | 301,52 | 5,52 |
| KTM Adventure 990 | 6049 | 368,77 | 6,78 |
ΥΓ 1: Πρέπει να σημειωθεί ότι το KTM είχε διαρροή βενζίνης κατά την διαδρομή μας από Βουλγαρία προς Θεσσαλονίκη.
ΥΓ 2: Τα χιλιόμετρα που έγραψε το KTM είναι εσφαλμένα καθώς με σιγουριά έχει κάνει τα περισσότερα χιλιόμετρα από όλους. Όπως επίσης το V-Strom αποκλείεται να έχει περισσότερα χιλιόμετρα από όλους γιατί δεν ακολούθησε την διαδρομή 35 περίπου χιλιομέτρων που έκαναν οι άλλες δύο μοτοσυκλέτες για να πάνε στο συνεργείο στη Θεσσαλονίκη.
Στατιστικά
Το navigator το οποίο ήταν προσαρμοσμένο στο τιμόνι του TDM, κατέγραψε τα εξής:
Χιλιόμετρα: 5975,7
Γενική μέση ωριαία: 81,0
Μέση ωριαία: 59,0
Οδηγικές ώρες: 100:47
Εν κινήσει: 73:45
Εν στάση: 27:02
Αν παρατηρήσετε τις χιλιομετρικές ενδείξεις του TDM με του navigator θα δείτε ότι υπάρχει μια διαφορά της τάξης των 130 περίπου χιλιομέτρων. Δεν μπορώ να ξέρω πιο από τα δύο είναι ορθό, αυτό που ξέρω στα σίγουρα είναι πως το navi δούλευε συνεχώς και έκλεινε μόνο σε μεγάλες στάσεις.
Ξενοδοχεία
Παρακάτω παραθέτουμε τα συμπεράσματά μας για τα ξενοδοχεία που διαμείναμε:
Aleksandar, Nis, Σερβία
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: Σε ένα λόφο αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης
Πρωινό: Πολύ καλό
Πάρκινγκ: Ναι, σε εξωτερικό φυλασσόμενο χώρο του ξενοδοχείου
Παρατηρήσεις: Το φαγητό στο εστιατόριο του είναι καταπληκτικό
Regency Suites, Βουδαπέστη, Ουγγαρία
Δωμάτια: Σουίτες
Τοποθεσία: 500 μέτρα από τον κεντρικό πεζόδρομο και περίπου 1 χιλιόμετρο από την Chain bridge
Πρωινό: Καλό
Πάρκινγκ: Έχει φυλασσόμενο χώρο στάθμευσης ο οποίος χρεώνεται 10€ η βραδιά αλλά υπάρχει και δωρεάν χώρος μπροστά στο ξενοδοχείο
Παρατηρήσεις: -
Globus, Κρακοβία, Πολωνία
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: 500 μέτρα από το ιστορικό κέντρο
Πρωινό: Άριστο
Πάρκινγκ: Έχει φυλασσόμενο χώρο στάθμευσης με χρέωση 10pl (~3€) τη βραδιά.
Παρατηρήσεις: Ο χώρος στάθμευσης δεν μας γέμισε το μάτι αλλά δεν συνέβη τίποτα το ανησυχητικό. Τα δωμάτια που βλέπουν προς το κεντρικό δρόμο έχουν πολύ θόρυβο. Τέλος, το προσωπικό του ξενοδοχείου παίρνει 10′, το πιο εξυπηρετικό που έχω συναντήσει.
Penzion Ivana, Bardejov, Σλοβακία
Δωμάτια: Κάτω του μετρίου
Τοποθεσία: 800 μέτρα από το κέντρο
Πρωινό: -
Πάρκινγκ: Έχει εξωτερικό χώρο στάθμευσης που κλειδώνει τα βράδια
Παρατηρήσεις: Τα δωμάτια στον δεύτερο όροφο έχουν κοινόχρηστη τουαλέτα
Pensiunea Caramell, Cluj-Napoca, Ρουμανία
Δωμάτια: Απλά απίστευτα
Τοποθεσία: 4 χιλιόμετρα έξω από την πόλη
Πρωινό: Χρεώνεται έξτρα αλλά αξίζει τα λεφτά του
Πάρκινγκ: Έχει εξωτερικό χώρο στάθμευσης στην είσοδο του ξενοδοχείου
Παρατηρήσεις: Οι πιο φιλόξενοι ιδιοκτήτες που έχω συναντήσει και ένα από τα καλύτερα καταλύματα που έχω μείνει ποτέ. Ομόφωνα ψηφίστηκε το καλύτερο ξενοδοχείο της εκδρομής.
Apollo Hermannstadt, Sibiu, Ρουμανία
Δωμάτια: Πολύ καλά
Τοποθεσία: 1 χιλιόμετρο περίπου μακριά από το κέντρο
Πρωινό: Καλό
Πάρκινγκ: Έχει φυλασσόμενο χώρο στάθμευσης
Παρατηρήσεις: -
Pensiunea Ambient, Brasov, Ρουμανία
Δωμάτια: Πολύ καλά
Τοποθεσία: 1 χιλιόμετρο περίπου μακριά από το κέντρο
Πρωινό: Καλό
Πάρκινγκ: Έχει χώρο στάθμευσης στην είσοδο του ξενοδοχείου που χωράν 3-4 μοτοσυκλέτες
Παρατηρήσεις: Τα δωμάτια απ’ την πλευρά του δρόμου έχουν θόρυβο
Central, Piatra-Neamt, Ρουμανία
Δωμάτια: Μέτρια
Τοποθεσία: Όπως μαρτυρά και η ονομασία στο κέντρο της πόλης
Πρωινό: Καλούτσικο
Πάρκινγκ: Υπάρχει ανοικτός χώρος στάθμευσης στην μπροστά πλευρά του ξενοδοχείου αλλά και κλειστός στην πίσω πλευρά
Παρατηρήσεις: -
Cosmos, Chisinau, Μολδαβία
Δωμάτια: Τραγικά
Τοποθεσία: Γύρω στο χιλιόμετρο από την αψίδα του θριάμβου
Πρωινό: Χάλια
Πάρκινγκ: Υπάρχει ανοικτός χώρος στάθμευσης στην μπροστά πλευρά του ξενοδοχείου
Παρατηρήσεις: Μην μείνετε σε αυτό το ξενοδοχείο εκτός και αν είναι το τελευταίο στον κόσμο
Lermontovskiy, Οδησσός, Ουκρανία
Δωμάτια: Μικρά αλλά καλά
Τοποθεσία: 2 χιλιόμετρα μακριά από τον κεντρικό πεζόδρομο
Πρωινό: Μέτριο
Πάρκινγκ: Υπάρχει φυλασσόμενος χώρος στάθμευσης
Παρατηρήσεις: -
GMG, Constanta, Ρουμανία
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: 1 χιλιόμετρο μακριά από την παραλία της Mamaia
Πρωινό: Άριστο
Πάρκινγκ: Υπάρχει χώρος στάθμευσης για 4-5 μοτοσυκλέτες μπροστά στο ξενοδοχείο
Παρατηρήσεις: -
Nesebar Royal Palace, Nesebar, Βουλγαρία
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: Στο κέντρο της παλιάς πόλης
Πρωινό: Πολύ καλό
Πάρκινγκ: Υπάρχει χώρος στάθμευσης μπροστά στο ξενοδοχείο
Παρατηρήσεις: -
Hotel Heaven, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: Κοντά στο αεροδρόμιο, περιοχή Ταγαράδες
Πρωινό: Πολύ καλό
Πάρκινγκ: Ναι, σε εξωτερικό φυλασσόμενο χώρο μπροστά στο ξενοδοχείο
Παρατηρήσεις: -
Σχετικά άρθρα:
Επιστροφή και άντε μετά να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας…
Balkan Express


Για όσους προσπαθούν να κατεβάσουν τα tracklog της διαδρομής, υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τον πάροχο μου που ελπίζω να λυθεί μέχρι αύριο.
Τα αρχεία έχουν ήδη ανέβει αλλά για κάποιο λόγο δεν έχω ούτε έχετε πρόσβαση…
soz
By: Stelios on 3 Οκτωβρίου 2010
at 10:52 μμ
Απίστευτο ταξίδι, όμορφες διαδρομές, ψαγμένοι προορισμοί. Κάνατε το ταξίδι διαβασμένοι και αποζημιωθήκατε…!!!
Ό,τι άλλο και να πω θα φανεί κλισέ… Να είστε καλά και να σχεδιάζετε με γλυκειά προσμονή το επόμενο.
By: Γιώργος - George20vt on 4 Οκτωβρίου 2010
at 9:53 πμ
Συγχαρητήρια παιδιά για το υπέροχο ταξιδι και βέβαια για την εκπληκτική περιγραφή και τις φωτογραφίες.
Εύχομαι να είστε καλά και να ταξιδεύεται.
By: FZMAN on 4 Οκτωβρίου 2010
at 8:03 μμ
Ευχαριστώ Γιώργηδες, να ‘στε καλά να μας ταξιδεύετε και εσείς μέσα από τα δικά σας οδοιπορικά.
ΥΓ Επειδή δεν βλέπω να λύνετε το θέμα που έχω με τον server που φιλοξενεί τα αρχεία των διαδρομών, τα μετέφερα στο rapidashre. Ελπίζω προσωρινά…
By: Stelios on 5 Οκτωβρίου 2010
at 10:14 πμ
μπραβο για ακομη μια φορα……ειστε οι πρωτοι και με διαφορα…..
η παρεα του motodiadromes σας το αφιερωνει αυτο το βιντεακι…..http://www.youtube.com/watch?v=LnDiYkfAKWw
By: sakis on 6 Οκτωβρίου 2010
at 12:23 πμ
Οφείλω να πω ότι μαγεύτηκα και ζήλεψα συγχρόνως..εύχομαι να σας γνωρίσω μια μέρα και να καταφέρω να ακούσω τις ιστορίες σας.. Παιδιά και στο επόμενο ονειρικό ταξίδι με το καλό..Να προσέχετε..καλές βόλτες!
By: Eratw kap on 6 Οκτωβρίου 2010
at 9:38 πμ
τωρα τι να λεμε…
η σιωπη μου προς απαντηση σας…
Υ.Γ κλασικα οπως και περυσι θελω καποιες λεπτομεριες γιατι του χρονου (πρωτα ο Θεος) θα τραβιξουμε Τρανσυλβανια.
Y.Γ 2: οπως μου εγραψες σας ακολουθουμε καταποδας στα ταξιδια σας.Ειναι τιμη για εμας να ακολουθουμε πρωτοπορους και ανθρωπους που μοιραζομαστε τα ιδια ονειρα….
Να σας εχει ο Θεος καλα….
By: Δημητρης on 6 Οκτωβρίου 2010
at 10:17 μμ
@ motodiadromes
σας περιμένω κρήτη
ελπίζω να παίζει ακόμα αυτό το σενάριο
@Eratw
Tnx a lot
@Δημήτρη
οτι θες φυσικά είμαι εδώ
το μ΄ακολουθείς κατά πόδας ελπίζω να μην το πήρες σοβαρά. ο κόσμος είναι πολύ μικρός και εγώ σίγουρα ακολουθώ κάποιον άλλο.
ελπίζω να τα πούμε κάποια στιμγή από κοντά και γιατί όχι να μοιραστούμε τις ίδιες εικόνες απ΄την τρέλα που κουβαλάμε
By: Stelios on 7 Οκτωβρίου 2010
at 8:38 μμ
μακαρι να μπορεσουν καποτε να συμπεσουν οι ταξιδιωτικοι προορισμοι μας. Νομιζω οτι θα ταιριαζαν οι ‘ροδες’ μας…
By: Δημητρης on 7 Οκτωβρίου 2010
at 9:16 μμ
Α ρε Στελιο, τί μας κανατε παλι!!!!
Τί να πωπαιδια, παντα τετοια και καλυτερα!!!!
By: nickman on 15 Οκτωβρίου 2010
at 9:52 μμ
Εξαιρετικο ταξιδι παιδια, αν και στην Ουκρανια θα μπορουσατε να περασετε πολυ καλυτερα στα νοτιοδυτικα.
Να ειστε καλα και παντα τετοια!
By: QuadMudNess on 30 Οκτωβρίου 2010
at 11:29 πμ
@ Δημήτρη, το εύχομαι κι εγώ.. ποτέ δεν ξέρεις που μπορεί να κουτουληθούμε
@ nickman, να ‘σαι καλά φίλε
@ QuadMudness, Ουκρανία περάσαμε super, ασχέτως αν θεωρώ τους Ουκρανούς τον πιο αφιλόξενο λαό που έχω συνατήσει μέχρι τώρα. Η συμπεριφωρά τους δεν μας χάλασε το ταξίδι
Όταν εννοείς νοτιοδυτικά που εννοείς; Γιατί μπήκαμε από την νοτιοδυτική πλευρά της Ουκρανίας η οποία ήταν γεμάτη με τσιγγάνους και καταυλισμούς.
By: Stelios on 2 Νοεμβρίου 2010
at 2:41 μμ
entaxi…!!! zilevo..!!! eyxaristi8ikate tora?????
By: vivi kalaitzaki on 10 Νοεμβρίου 2010
at 10:33 πμ
Μην ζηλεύεις λέμε.. αλήτες μηνανόβιοι είναι αυτά τα κοπέλια
Να ‘σαι καλά Βιβή και εύχομαι γρήγορα να βρεθούμε και πάλι για να γευτούμε τις λιχουδιές σου, με επιδόρπιο την απολαυστική παρέα σου.
By: Stelios on 10 Νοεμβρίου 2010
at 12:28 μμ
Εξαιρετική παρέα, εξαιρετικό οδοιπορικό μπράβο!
Σας εύχομαι να έχετε πάντα ασφαλή χιλιόμετρα και να κάνετε τα ταξίδια που ονειρεύεστε πραγματικότητα!
Φιλικά,
Νίκος
By: nigeo on 21 Δεκεμβρίου 2010
at 10:11 μμ
Ευχαριστούμε Νίκο
By: Stelios on 22 Δεκεμβρίου 2010
at 11:52 πμ
Πραγματικα θεωρω οτι εδω μεσα διαβαζω τα καλυτερα ταξιδιωτικα…
Eισαστε οι πρωτοποροι και ακολουθουμε
Συνεχιστε ετσι…
Συγχαρητηρια απο ολη την παρεα του MotoTrips.
υγ
Ευχαριστουμε που μας βαλατε στους κομβους σας…
By: Dimitris on 23 Δεκεμβρίου 2010
at 11:36 πμ
Ευχαριστούμε Δημήτρη, να ‘σται καλά και να μας ταξιδεύετε και σεις με την σειρά σας μέσω του mototrips.gr
By: Stelios on 23 Δεκεμβρίου 2010
at 1:32 μμ
πως μπορώ να επικοινωνήσω μαζί σου?
υπάρχει κάποια διεύθυνση που μπορώ να σου γράψω?
έχω μείνει κατάπληκτη με όλα αυτά τα ταξίδια και θέλω να κάνω κάποιες ερωτήσεις.
By: margarita on 25 Δεκεμβρίου 2010
at 10:36 μμ
yοu got e-mail
By: Stelios on 26 Δεκεμβρίου 2010
at 10:34 πμ
Συγχαρητήρια Στέλιο για την πολύ καλή περιγραφή σου και σε ευχαριστώ πολύ για τη βοήθεια που άντλησα μέσα από τις εμπεριστατωμένες πληροφορίες που έδωσες.
Μπράβο και στην παρέα σου.
Φιλικά,
Βασίλης
By: Βασίλης on 16 Απριλίου 2011
at 8:11 μμ
Ευχαριστώ Βασίλη
Αν χρειάζεσαι οποιαδήποτε άλλη πληροφορία μην διστάσεις να επικοινωνήσεις μαζί μου.
Ευχαριστώ και εν μέρη των συνταξιδιωτών μου
By: Stelios on 16 Απριλίου 2011
at 11:02 μμ