Αναρτήθηκε από: van deer mercy | 16 Μαΐου 2011

Η Οδύσσεια των συνόρων

Κείμενο & Φωτογραφίες: Μερκούριος-Στυλιανός Κυπραίος

Ένα οδοιπορικό επηρεασμένο από το ομώνυμο adventure test του περιοδικού ΜΟΤΟ (τεύχος 222, 1 Αυγούστου 1999).

Κι επειδή το μότο του ΜΟΤΟ (το περιοδικό που μεγάλωσε γενιές και γενιές Ελλήνων μοτοσυκλετιστών), λέει πως “κάνει τα πράγματα να συμβαίνουν”, εμείς οι απλοί αναγνώστες είπαμε να το κάνουμε πράξη. Αφού λοιπόν οι χάρτες μας ζεστάνανε ξανά το μυαλό, βάλαμε φωτιά σε ό,τι μας καίει και σε ό,τι μας τρώει τη ψυχή, στριμώξαμε στις βαλίτσες μας τους δρόμους, κι έπειτα καβαλήσαμε τα μοτοσακό μας και ξεχυθήκαμε σε αυτούς, που μας περίμεναν έξω διψασμένοι κι ανοιχτοί, έτσι για να θυμηθούμε και λίγο τις rock καταβολές μας.


Σκοπός λοιπόν, του οδοιπορικού, ήταν να διασχίσουμε, ή πιο σωστά να προσεγγίσουμε από άσφαλτο, όλη τη συνοριακή γραμμή της ηπειρωτικής Ελλάδος. Εγχείρημα που στο άκουσμά του φαινόταν εύκολο (!) αν αναλογιστεί κανείς πως τότε οι “μοταίοι”, το επιχείρησαν ως επί το πλείστον από χωματόδρομους, με μονοκύλινδρα on-off και enduro. Για μας φάνταζε ανέφικτο, ελέω street μοτοριών. Χμμ, ίσως αν είχα ακόμα εκείνο το XT το 600, να το ξανασυζητούσαμε!

«Δε μ΄ αρέσει να με σημαδεύουν μες το σπίτι μου. Μόλις άκουσε το κροτάλισμα της ανοιχτής εξάτμισης του XR στα δάση του Καϊμάκτσαλάν, ο φαντάρος πετάχτηκε στη μέση του δασικού δρόμου και μας σημάδεψε με το όπλο του φωνάζοντας “αλτ! αλτ!”»

Έτσι άρχιζε η εισαγωγή της original Οδύσσειας των Συνόρων, γραμμένη πριν έντεκα περίπου χρόνια. Εδώ είμαστε, σκέφτηκα! Δε θα μας φτάνει η περιπέτεια, η κούραση και όλες οι παγίδες που κρύβει ένα ταξίδι, θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε και “εχθρό προ των πυλών”. Τουλάχιστον ας μιλάει ελληνικά, όπως τότε, διότι σε διαφορετική περίπτωση, αν μιλάει αλβανικά, πρώην γιουγκοσλάβικα, βουλγαρικά ή τουρκικά, τότε σίγουρα κάποια μ@$@#%@ θα κάναμε και παραβιάσαμε τα σύνορα! Και σ΄ αυτή τη περίπτωση όρεξη να ΄χεις, και δε θέλει πολλή προσπάθεια να τη δεις, αλά Steve Mc Queen στη “Μεγάλη Απόδραση”…

Κι επειδή πιάσαμε τις πολεμικές ταινίες και φτιάξαμε από νωρίς πολεμικό κλίμα, “η μεγαλύτερη μέρα του πολέμου” και το “platoon” δεν παίζουν, γιατί ούτε στη Νορμανδία πήγαμε, ούτε στο Βιετνάμ! Προς το παρόν προβάλλεται η ταινία “ουδέν νεώτερον από το Δυτικό μέτωπο” με φόντο τα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου! Το ιδανικότερο θα ήτανε, μιας και μιλάμε για Οδύσσειες, Ηλιάδες και λοιπά έπη, να μου επιτρέψετε να γυρίσω τo χρόνο λίγο πίσω, στους αρχαίους ημών προγόνους και σαν σύγχρονος τερατοραψωδός(!) να επικαλεστώ τη μούσα μου (γιαπωνέζα, σχιστομάτα, με καταγωγή από το Iwata παρακαλώ), να μου δώσει την απαραίτητη έμπνευση ώστε να αφηγηθώ τις περιπέτειες από το ταξίδι που πραγματοποιήσαμε, το πώς περάσαμε στο νησί της Κίρκης και το πώς καταλήξαμε στην Ιθάκη. Όσο για την τελευταία, ακόμα την ψάχνουμε…

H προετοιμασία και οι ασκήσεις επί χάρτου

Η προετοιμασία ξεκίνησε πολλούς μήνες νωρίτερα. Σχεδόν από πέρσι, όταν πάλι μαζί με τον ίδιο συνοδοιπόρο, ολοκληρώσαμε το οδοιπορικό “Μια Βόλτα Στην Ελλάδα”, τίτλος βγαλμένος κι αυτός από αντίστοιχο οδοιπορικό του ΜΟΤΟ. Όντας πάνω από μια δεκαετία αναγνώστης του εν λόγω περιοδικού και έχοντας κρατήσει αρχείο με τα κατά καιρούς adventure και mega test, αλλά και με τις καλύτερες διαδρομές, έβαλα κάτω χάρτες και άρχισα να σχεδιάζω με τη σειρά μου κι εγώ διαδρομές.

Ένα από τα αγαπημένα μου ήταν φυσικά και η “Οδύσσεια των Συνόρων” και ακόμα με θυμάμαι πιτσιρικά να ονειρεύομαι κάποια στιγμή να πραγματοποιήσω την ίδια ή περίπου την ίδια διαδρομή με διάφορες προσθαφαιρέσεις. Ήταν και αυτός ο επικός τίτλος που με έκανε να αισθάνομαι κάτι σαν δέος. Δέος για την Οδύσσεια που μας μάθαιναν στο σχολείο και τις περιπέτειες του ομώνυμου ήρωα, αλλά και δέος για τα σύνορα. Και τι σύνορα μάλιστα, εκεί που θα περάσουμε ακριβώς δίπλα από τέσσερις διαφορετικές χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου, με τις οποίες δεν διάγουμε και βίον ανθόσπαρτον, γιατί όπως λέει και ο Διονύσης Σαββόπουλος στον περίφημο Μπάλο “εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε”. Μετά από πολλά ξενύχτια κατάφερα να ολοκληρώσω και να αποτυπώσω στο μυαλό μου και στη συνέχεια στο χαρτί τη διαδρομή και το μόνο που απέμενε ήταν να φτάσει η πολυπόθητη ώρα να πάρουμε το πλοίο της γραμμής και να φτάσουμε στο λιμάνι του Πειραιά κι από κει και πέρα έχει ο Θεός…

Να λοιπόν που έφτασε η ώρα. Συνοδοιπόρος μου σε αυτό το οδοιπορικό ο Γιώργος, επίσης με TDM 900, ο οποίος πήρε το καράβι μερικές μέρες νωρίτερα, καθώς ήθελε να δει οικογενειακά και φιλικά του πρόσωπα στην Αθήνα, ένεκα της άδειάς του. Κι έτσι λοιπόν το πρωί της Παρασκευής ήμουν έτοιμος να σαλπάρω για Πειραιά από το λιμάνι του Ηρακλείου. Αφού λοιπόν προετοίμασα τη μοτοσυκλέτα μου και τις αποσκευές μου από την προηγούμενη μέρα, ξεκίνησα για το λιμάνι, το οποίο απέχει μόλις πέντε λεπτά από το σπίτι μου. Με το που ξεκίνησα, ξεκίνησε και η βροχή και δεν θα ήταν η πρώτη φορά, όπως θα διαβάσετε στη συνέχεια του οδοιπορικού.

ΗΜΕΡΑ 1η [Σάββατο 26 Ιουνίου 2010 - 653.6 km]…και η Οδύσσεια Των Συνόρων ξεκινάει

Το προηγούμενο βράδυ μαζευτήκαμε παρέα με πολύ καλούς μας φίλους σε γνωστό μπαρ του Αλίμου για ζυθοποσία, υπό τη συνοδεία rock μουσικής. Φύγαμε νωρίς, γιατί το πρωινό ξύπνημα καραδοκούσε και είπαμε να αποχαιρετήσουμε τους φίλους μας, με έναν ευφάνταστο τρόπο. Πήραμε από την αποθήκη του μαγαζιού που φιλοξενούσε τα κράνη μας και αφού τα φορέσαμε πήγαμε στο πρώτο τραπέζι πίστα που κάθονταν οι υπόλοιποι της παρέας! Οι δικοί μας λύθηκαν στα γέλια, ενώ οι θαμώνες του μαγαζιού μας κοιτούσαν περίεργα, νομίζοντας πως αποτελούμε μέρος του προγράμματος λίγο πριν εμφανιστούν επί σκηνής οι…χορεύτριες! Αφού κατάλαβαν ότι πρόκειται περί αστείου, άρχισαν να γελούν και αυτοί με τους δυο κρανιοφόρους σόουμεν που έκλεψαν εκείνη τη στιγμή την παράσταση. Τελικά όλοι μας αποχαιρέτησαν εκτός από έναν, το Γιώργο που μας είπε “γεια δε λέω, περιμένω επάνω”. Το που θα μας περίμενε, θα το μάθετε αργότερα.

Kαι η Οδύσσεια των Συνόρων ξεκινάει με τις μοτοσυκλέτες μας ετοιμοπόλεμες να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη απόδραση στη συνοριακή γραμμή της Ελλάδας.

Ξυπνήσαμε νωρίς το πρωί και αφού ήπιαμε δυο δυνατούς καφέδες, φορτώσαμε τα μοτοσακό μας και ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε την Οδύσσεια των Συνόρων. Το πρόγραμμα της πρώτης μέρας έλεγε πως έπρεπε να φτάσουμε το βράδυ στη Σαγιάδα Θεσπρωτίας, λίγο πιο πάνω από την Ηγουμενίτσα. Η Σαγιάδα είναι το πρώτο σημείο στο χάρτη της Ηπειρωτικής Ελλάδας, που ξεκινάνε τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η μέρα ήταν Σάββατο και αφού εκμεταλλευτήκαμε τη λιγοστή κίνηση που υπήρχε στους δρόμους της Αθήνας, σε λίγη ώρα φτάσαμε από τον Άλιμο στην Ελευσίνα και μετά τη Θήβα, πήραμε κατεύθυνση προς Λιβαδειά. Αμέσως μετά, σειρά είχε μια ιδιαίτερα γρήγορη και διαδεδομένη διαδρομή για μοτοσυκλέτες, αυτή που περνάει από την Αράχωβα και τους Δελφούς.

Eτυπωσιακό ηρώο που συναντήσαμε στη διαδρομή Αράχωβα - Δελφοί.

Στο βάθος η Αράχωβα

Στους Δελφούς

Μετά τις απαραίτητες στάσεις για φωτογραφίες στην Αράχωβα και τους Δελφούς, άρχισε μια ιδιαίτερα απολαυστική κατάβαση στροφών και σύντομα βρεθήκαμε στην Ιτέα. Τη διαδρομή από την Ιτέα μέχρι και τη γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου την κάναμε πέρσι με ανάποδη όμως φορά, μόλις ολοκληρώσαμε το γύρο της Πελοποννήσου και μπαίναμε στη Στερεά, όπου πραγματοποιήσαμε τότε, την ανάβαση του Μπράλου. Με θέα λοιπόν, απέναντι μας την Πελοπόννησο, συνεχίσαμε και κάναμε τη πρώτη μας στάση στη γραφική Ναύπακτο, να τσιμπήσουμε κάτι στα γρήγορα, καθώς τα στομάχια μας άρχισαν να διαμαρτύρονται νωρίς-νωρίς.

Το Ενετικό λιμάνι της Ναυπάκτου

Σταματήσαμε σε ένα τοπικό φούρνο και αφού πήραμε δυνάμεις από τις νοστιμότατες πίτσες και μπουγάτσες, συνεχίσαμε καθώς μας περίμενε ακόμα πολύς δρόμος. Σημειώνω εδώ, πως ο ιδιοκτήτης του φούρνου μας κέρασε τα δροσιστικά αναψυκτικά, όντας μοτοσυκλετιστής και ο ίδιος. Και δεν θα ήταν η πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, όπου μας κερνούσαν.

Το πρώτο από τα δυο τοξωτά πέτρινα γεφύρια που ενώνουν το μικρό νησάκι του Αιτωλικού, με τη στεριά

Περνώντας το Αντίρριο, μπήκαμε μέσα στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό με κατεύθυνση προς Αστακό.

Δεμένος στο κατάρτι του Αχελώου.

Μετά τον Αστακό και καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας, στα αριστερά μας απλωνόταν το Ιόνιο Πέλαγος, το οποίο μας κρατούσε συντροφιά μέχρι το επόμενο πρωί, που αποχαιρετούσαμε τη Σαγιάδα. Η διαδρομή από τον Αστακό μέχρι τον Πάλαιρο, ήταν πανέμορφη και ιδιαίτερα απολαυστική, καθώς είχες την ψευδαίσθηση πως κολυμπούσες στα νερά του Ιονίου.

Πραγματικά το Ιόνιο Πέλαγος ήταν ακριβώς δίπλα μας. Φτάνοντας στη Βόνιτσα κάναμε μια μικρή στάση στο λιμάνι της και στη συνέχεια περάσαμε από το Βενετσιάνικο κάστρο της, με τα τεράστια δέντρα να σκεπάζουν το δρόμο, κάνοντας το θέαμα μοναδικό. Μάλιστα εκεί σκέφτηκα να μετατρέψω τη Yamaha σε μηχανή του χρόνου, προκειμένου να ταξιδέψω στο παρελθόν του Βενετσιάνικου κάστρου της.



Μετά τη Βόνιτσα, περάσαμε την υποθαλάσσια σήραγγα στην είσοδο του Αμβρακικού Κόλπου που ενώνει το Άκτιο με την Πρέβεζα.

Εκεί μας περίμεναν, δυο παγωμένοι καφέδες, καθώς ο ήλιος και η ζέστη που αντιμετωπίζαμε ήθελαν λίγες ώρες ακόμα για να εξαφανιστούν…

                                                                                                                           

Σειρά μετά είχε η Πάργα, ένα ιδιαίτερα δημοφιλές τουριστικό θέρετρο δίπλα στα νερά του Ιονίου.

Αν θέλετε τέλεια wall paper για την επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή σας, πεταχτείτε μέχρι τη λίμνη Μόρφη, λίγο πριν τη Πάργα.

Αφού πραγματοποιήσαμε μια ολιγόλεπτη στάση για ξεκούραση και φωτογράφηση, πήραμε το δρόμο που οδηγεί στην Ηγουμενίτσα. Ο παραλιακός της δρόμος είναι γεμάτος από καφετέριες και διάφορα μαγαζιά, κάνοντάς μας να καταλάβουμε πως πρόκειται για ιδιαίτερα κοσμοπολίτικο προορισμό. Στο λιμάνι της, περιμένουν τα πλοία με προορισμό τα νησιά του Ιονίου και δη της Κέρκυρας.

Λοιπόν, τι λέτε; Πεταγόμαστε μια μέχρι τη Κέρκυρα;

Σκεφτήκαμε να πάρουμε ένα από αυτά να πεταχτούμε για λίγο μέχρι το νησί των Φαιάκων, αλλά στο τέλος αλλάξαμε γνώμη, γιατί ξεφεύγαμε τελείως από το σκοπό του οδοιπορικού. Δεν πειράζει όμως, την επόμενη φορά έχει Κέρκυρα, κατά προτίμηση Πάσχα, να δοκιμάσουμε την παραδοσιακή παστιτσάδα και το κουμκουάτ, αρκεί να μη μας πετάξουν κανάτια από τα μπαλκόνια (!), ως συνηθίζουν οι κάτοικοι του νησιού εκείνες τις μέρες.

Κι επειδή η μονοήμερη στη Κέρκυρα αποδείχθηκε όνειρο θερινής νυκτός, ακόμα δεν έλεγε να σκοτεινιάσει και πήραμε τη κατεύθυνση προς Σαγιάδα, τον τελικό σημερινό μας προορισμό. Λίγο πριν το Ασπροκκλήσι συναντήσαμε τον ποταμό Καλαμά, φωτογραφήσαμε το ηλιοβασίλεμα και σε λίγη ώρα φτάσαμε στη Σαγιάδα.

Ο Ποταμός Καλαμάς ή αλλιώς Θύαμις, λίγο πριν τη Σαγιάδα.

Από περιέργεια πήραμε έναν δρόμο, με διακριτική και πρόχειρη σήμανση να δούμε προς τα πού οδηγεί. Ανηφορίζοντας το δρόμο, είδαμε μια τεράστια αλβανική σημαία, και ακούγαμε αλβανικά συνθήματα από πλήθος κόσμου, ο οποίος προφανώς διαδήλωνε για κάτι. Τα συνθήματα ήταν τόσο δυνατά που ακουγόντουσαν με τις μοτοσυκλέτες μας εν λειτουργία, παρόλο που και οι δυο διαθέτουν νομίμως, θορυβώθη τελικά. Τελικά φτάσαμε στο Συνοριακό Σταθμό Μαυροματίου, ο οποίος όλως παραδόξως, δε φαινόταν στο χάρτη. Αργότερα κατάλαβα πως ο εν λόγω Συνοριακός σταθμός, κατασκευάστηκε πρόσφατα, καθώς η έκδοση του χάρτη ήταν του 2008.Σταματώντας για φωτογράφηση στο Συνοριακό Σταθμό, ο Γιώργος μου είπε πως “Εδώ δεν είναι να στέκεσαι για πολλή ώρα! Πάμε να φύγουμε γρήγορα μη φάμε καμιά αδέσποτη…ποτέ δε ξέρεις”.

Μετά το πέρας των απαραίτητων φωτογραφιών, ρίγη φόβου διαπέρασαν τα κορμιά μας και σε λίγη ώρα οι δικύλινδροι V εν σειρά, ούρλιαζαν δαιμονισμένα κατηφορίζοντας προς Σαγιάδα. Στη συνέχεια, κατευθυνθήκαμε προς το Ακρωτήριο της Παναγιάς, εκεί που τελειώνει ο δρόμος και αρχίζει ο χωματόδρομος κι από ΄κει και πέρα η…Αλβανία. Είδαμε πολυτελή αυτοκίνητα με αλβανικές πινακίδες, παρκαρισμένα στο δρόμο, άλλα να μας προσπερνούν και άλλα να κινούνται στο αντίθετο ρεύμα.”Ρε μήπως μπήκαμε Αλβανία και δεν το πήραμε χαμπάρι”, μονολόγησα μέσα από το κράνος μου. Μετά κατάλαβα πως έρχονται για κατασκήνωση στη Σαγιάδα, η οποία βρίθει παραλιών γι’ αυτό το σκοπό.

Όλα τα παράλια στη Σαγιάδα είναι γεμάτα από ιχθυοκαλλιέργειες.Τελικά ο βυθός τους παραμένει μαύρος μετά τις 10 το βράδυ (τέτοια ώρα νυχτώνει στη Σαγιάδα), μέχρι να ξημερώσει.

Η ώρα κόντευε δέκα το βράδυ κι ακόμα δεν έλεγε να νυχτώσει και αυτό μας φάνηκε περίεργο. Μόλις φτάσαμε στο χωματόδρομο, κάναμε όπισθεν και κατευθυνθήκαμε προς το λιμάνι. Πλέον είχε νυχτώσει για τα καλά.

Εκεί υπήρχαν οι λιγοστές ψαροταβέρνες και το Αστυνομικό Τμήμα Σαγιάδας. Αμέσως άρχισε η ανεύρεση ξενοδοχείου για διανυκτέρευση. Προχωρώντας μερικά βήματα από το σημείο που παρκάραμε τις μοτοσυκλέτες, μπήκα στο αστυνομικό τμήμα και αφού πρώτα καλησπέρισα, ρώτησα τους ένστολους κυρίους αν γνωρίζουν κάποιο ξενοδοχείο να μας προτείνουν. Οι αστυνομικοί μας εξυπηρέτησαν με περισσή ευγένεια. Μάλιστα ανέλαβαν να μας συνοδεύσουν με το υπηρεσιακό τους τζιπ μέχρι το μικρό ξενοδοχείο που θα διανυκτερεύαμε. Αφού τους ευχαριστήσαμε θερμά για ό,τι έκαναν, κατεβήκαμε κάτω στο λιμανάκι της Σαγιάδας, να τσιμπήσουμε κάτι ελαφρύ και το βράδυ μας βρήκε να κοιμόμαστε στα ελληνοαλβανικά σύνορα ξεθεωμένοι μετά από 654 km, τα περισσότερα εκ των οποίων υπό το φως του καυτού ηλίου…

ΗΜΕΡΑ 2η [Κυριακή 27 Ιουνίου 2010 - 419.4 km]…ανάμεσα στις ομορφιές δυο λιμνουπόλεων

Το πρωί μας βρήκε να απολαμβάνουμε το καφέ μας στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, με θέα τη Σαγιάδα και φυσικά τα καταγάλανα νερά του Ιονίου πελάγους. Μόλις φορτώσαμε στις μοτοσυκλέτες τα λιγοστά υπάρχοντά μας, περάσαμε τις Φιλιάτες και ανεβήκαμε στα όρη Τσαμαντά, τα οποία εκτείνονται μέχρι μέσα στην Αλβανία.

Στα ότη Τσαμαντά.

Η Σαγιάδα, όπως φαίνεται μετά τις Φιλιάτες, ανηφορίζοντας προς τα όρη Τσαμαντά.

Μια πολύ γραφική διαδρομή, ίσως από τις καλύτερες που περάσαμε .Όπου κι αν σταθείς βλέπεις πράσινο, ακόμα και στο χάρτη! Μάλιστα, σε ορισμένα σημεία λίγο να σηκωνόμασταν και τα φύλλα των δέντρων θα ακουμπούσαν στα κράνη μας! Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήθελες και τη μεγάλη σκάλα των xenon για να δεις στο σκοτάδι που προερχόταν από τη σκιά των δέντρων! Ο δρόμος μέχρι τον Τσαμαντά είναι ανηφορικός, ιδιαίτερα στενός και χρήζει ιδιαίτερης προσοχής κατά την οδήγηση. Η ομορφιά όμως του τοπίου σε αποζημιώνει.

Μετά τις Φιλιάτες προς Τσαμαντά.

Ανηφορίζοντας προς το χωριό Τσαμαντάς, ήθελες τη μεγάλη σκάλα των xenon(!) για να δεις στο σκοτάδι που προερχόταν από τη σκιά των δέντρων!

Τώρα και νέο κατάστημα "Πλαίσιο", στα ελληνοαλβανικά σύνορα!

Μετά τη διασταύρωση του χωριού Τσαμαντάς μέχρι τη Βροσίνα, το τοπίο παραμένει το ίδιο όμορφο, με τη μόνη διαφορά πως ο δρόμος είναι κατηφορικός.

Ο ποταμός Θύαμις ή Καλαμάς όπως φαίνεται από τη πέτρινη γέφυρα στη Βροσίνα.

Στη συνέχεια πήραμε το δρόμο προς Βουτσαρά με σκοπό να επισκεφθούμε την όμορφη πόλη των Ιωαννίνων και φυσικά να δούμε τη πασίγνωστη ομώνυμη Λίμνη, ή αλλιώς Παμβώτιδα. Η Λίμνη των Ιωαννίνων είναι γνωστή για τον πνιγμό της Κυρά Φροσύνης και δεκαέξι άλλων γυναικών από τον Αλή Πασά, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, για τις ηθικά επιλήψιμες πράξεις τους.

Στο Κάστρο των Ιωαννίνων.

Στη Λίμνη των Ιωαννίνων ή αλλιώς Παμβώτιδα.

Μετά από μια σύντομη περιήγηση στα Ιωάννινα, κατευθυνθήκαμε προς Καλπάκι, με σκοπό να φτάσουμε στη Συνοριακή Διάβαση Κακκαβιάς. Στο δρόμο προς Καλπάκι συναντήσαμε ένα κομβόι από τζιπ των ΕΚΑΜ, όπου κανένα από τα πολλά αυτοκίνητα πίσω, δεν τολμούσε να τους προσπεράσει. Έτσι ο ρυθμός οδήγησης ήταν ιδιαίτερα αργός. Εμείς τους προσπεράσαμε χαιρετώντας τους κι αυτοί ανταπέδωσαν τον χαιρετισμό. Στο Καλπάκι στρίψαμε αριστερά προς Κακκαβιά, όπου ο δρόμος αρχίζει και γίνεται πιο πλατύς και μας επιτρέπει να κινηθούμε με πιο υψηλές ταχύτητες σε 27 km ατελείωτων και καλοχαραγμένων στροφών.

Στη Συνοριακή Διάβαση Κακκαβιάς.

Και το πανηγύρι των τρελών συνεχίζεται καθώς το road book λέει επιστροφή από τον ίδιο δρόμο, φωτογραφίζοντας όμως τη Λίμνη Ζαραβίνα καθώς και το ηρώο των πεσόντων του Β’ Π.Π. στο Δήμο Δελβινακίου.


Το πράσινο τοπίο όμως, δε λέει να εξαφανιστεί. Βρισκόμαστε λίγο μακριά από τα Ζαγοροχώρια, τα οποία ευελπιστούμε να τα επισκεφθούμε ιδιαιτέρως κάποια άλλη φορά. Ανηφορικός στην αρχή και μετά κατηφορικός ο δρόμος, μας οδηγεί στη Κόνιτσα, με το γνωστό και χιλιοφωτογραφισμένο πέτρινο γεφύρι της πάνω από τον Αωό Ποταμό.


Στην Κόνιτσα, συναντιούνται πολλά βουνά και οροσειρές της Πίνδου, όπως το βουνό Τραπεζίτσα, τα όρη Τύμφης καθώς και το όρος Σμόλικας, η δεύτερη πιο ψηλή κορυφή της Ελλάδας, με υψόμετρο 2.637 m. Στη Κόνιτσα βέβαια δεν σμίγουν μόνο βουνά και οροσειρές, αλλά και ποτάμια. Έξω από αυτήν συναντιόνται οι ποταμοί Αωός και Bοϊδομάτης που λίγο πιο πέρα στη γέφυρα της Μέρτζιανης, θα συναντήσουν τον Σαραντάπορο και θα συνεχίσουν προς την Αλβανία.


Παίρνουμε κατεύθυνση προς Μαστοροχώρια, περνώντας πάνω από τον Σαραντάπορο και απολαμβάνουμε το ειδυλλιακό τοπίο. Λίγο μετά το Επταχώρι προς Πεντάλοφο, οι πρώτες ψιχάλες αρχίζουν και κάνουν την εμφάνισή τους. Με το που σταματάμε να φορέσουμε τα αδιάβροχα, άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα. Ευτυχώς για λίγο, αλλά μέχρι να τα φορέσουμε είχαμε γίνει μούσκεμα! Ήταν η πρώτη φορά που η βροχή θα έκανε την εμφάνισή της στο οδοιπορικό. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, σταματάμε για λίγο σε ένα εγκαταλελειμμένο σπιτάκι, κάνοντας ένα τσιγάρο και μέχρι να το τελειώσουμε, η βροχή έχει σταματήσει.

Στο βάθος τα απειλητικά σύννεφα μας περιμένουν. Ο Γιώργος προτείνει να συνεχίσουμε να φοράμε τα αδιάβροχα κι εγώ του απαντάω πως “και να βρέξει, το κόλπο το ξέρουμε”. Αυτή η ατάκα την οποία εκστόμισα αυθόρμητα, έμελλε όμως να την επαναλάβουμε ουκ ολίγες φορές, κάθε φορά που συναντούσαμε βροχή, μέχρι το τέλος της Οδύσσειας.

Φτάνοντας στο Τσοτύλι, συναντήσαμε μια τεράστια ουρά από αυτοκίνητα που κόρναραν ακατάπαυστα από τον κεντρικό δρόμο μέχρι την Εκκλησία του χωριού. Προφανώς γινόταν γάμος και είχε μαζευτεί όλο το χωριό. Περνώντας έξω από την Εκκλησία, όλοι οι κάτοικοι κοιτούσαν απορημένοι δυο μηχανόβιους να συμμετέχουν κι αυτοί στις γαμήλιες κορναρομαχίες. Κι εδώ οφείλουμε να δώσουμε τα εύσημα στη μαμά Yamaha που εφοδιάζει με ιδιαίτερα δυνατές κόρνες τις μοτοσυκλέτες της, ιδανικές για τη γαμήλια περίσταση. Καθώς επίσης και σε όλες τις αυτοκινητοβιομηχανίες που προορίζουν οχήματα για την Ελλάδα, όπου συναγωνιζόμαστε ποιος θα κορνάρει περισσότερο και πιο δυνατά, φαινόμενο που συναντάμε καθημερινά στους ελληνικούς δρόμους.

Ένα στενό πιο κάτω είχε μπλόκο η Αστυνομία και σταματάω μόνος μου μπροστά στους αστυνομικούς για να ρωτήσω κάτι… -Όχι, φύγε δε γράφουμε! μου λέει με νόημα ένας εξ’ αυτών, -Για Καστοριά πηγαίνουμε ευθεία; τον ρωτάω, -Ναι, μου λέει και συνεχίζουμε…

Η πανέμορφη πόλη της Καστοριάς κάνει την εμφάνισή της, πολύ πριν νυχτώσει.



Σκεφτόμαστε αφού θέλει δυο ώρες μέχρι να νυχτώσει, να συνεχίσουμε προς Πρέσπες. Το συζητούσαμε πολύ ώρα με το Γιώργο και αμέσως ήρθαν στο μυαλό μου τα λόγια του φίλου Ιάκωβου Σουργουτσίδη, με τον οποίο μιλούσα πριν λίγες ώρες στο τηλέφωνο “Ωραία διανυκτέρευση η Καστοριά παιδιά, χαρείτε το!”. Η πόλη της Καστοριάς είναι χτισμένη πάνω σε μια χερσόνησο της Λίμνης Ορεστίδος και περιστοιχίζεται από τα βουνά Βίτσι και Γράμμος, δημιουργώντας έτσι μια εικόνα απαράμιλλου κάλλους. Οι μηχανές μας πήραν φωτιά – οι φωτογραφικές, γιατί οι δίτροχες απολάμβαναν μαζί μ’ εμάς το τοπίο, δουλεύοντας σχεδόν στο ρελαντί. Κάναμε τον περίπλου της πόλης με μηχανές (φωτογραφικές και δίτροχες), ανεβήκαμε ψηλά στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία θαυμάζοντας πανοραμικά τη πανέμορφη Καστοριά.


Κατά τη διάρκεια του βραδινού φαγητού δίπλα στη λίμνη, συμφωνήσαμε με το Γιώργο, πως σίγουρα η Καστοριά είναι από τις ωραιότερες πόλεις που έχουμε δει μέχρι τώρα στα ταξίδια μας. Το βράδυ μετά από 420 km, μας βρήκε σε έναν παραδοσιακό και ιδιαίτερα προσεγμένο ξενώνα, δίπλα στη Λίμνη. Συγκριτικά με τις άλλες μέρες, εκείνη τη μέρα γράψαμε τα λιγότερα χιλιόμετρα, γιατί πολλά εξ’ αυτών ήταν σε γραφικές, δύσκολες και συνάμα απαιτητικές διαδρομές, και σε πολλούς δρόμους αν και μπορούσαμε να οδηγήσουμε πιο γρήγορα, η ομορφιά των τοπίων ήταν τέτοια που δε μας άφηνε να το πράξουμε…

ΗΜΕΡΑ 3η [Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010 - 541.2 km]…τέσσερις χώρες και πέντε λίμνες

Το πρωί μας βρήκε στο ξενώνα με το ζευγάρι των φιλόξενων ιδιοκτητών να μας προσφέρει ένα πλουσιοπάροχο πρωινό. Αφού καταφέραμε να αποσπάσουμε πολύτιμες πληροφορίες για τα μέρη που σκοπεύουμε να επισκεφτούμε, τους ευχαριστήσαμε για τη φιλοξενία και πήραμε το δρόμο για τον Εθνικό Δρυμό Πρεσπών. Ανηφορίζοντας προς Πρέσπες, θαυμάζαμε για τελευταία φορά στο οδοιπορικό, τη πανέμορφη πόλη της Καστοριάς και υποσχεθήκαμε πως θα την ξαναεπισκεφθούμε.

Μεταξύ της Μικρής και της Μεγάλης Πρέσπας συναντήσαμε φυλάκιο με πέντε φαντάρους να μας χαιρετούν εγκάρδια. Αμέσως σταματήσαμε και η χαρά τους ήταν μεγάλη.

Ένας από αυτούς χάζευε τα μοτόρια και μας είπε πως όταν απολυθεί, θέλει να αγοράσει ένα το ίδιο. Αφού ευχηθήκαμε στα παιδιά καλοί πολίτες, στρίψαμε δεξιά με κατεύθυνση το χωριουδάκι Ψαράδες στη Μεγάλη Πρέσπα. Χαιρετήσαμε τους κατοίκους και πήραμε κατεύθυνση προς το Βροντερό στη Μικρή Πρέσπα. Πολλά άσπρα και γκρίζα σύννεφα, άφηναν λίγες χαραμάδες καταγάλανου ουρανού να φαίνονται για λίγο. Το θέαμα ήταν μοναδικό που δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια, ούτε από τον καλύτερο φωτογραφικό φακό. Μόνο ιδίοις όμμασι…


Μια πλωτή γέφυρα ενώνει το νησάκι του Άγιου Αχίλειου με τη στεριά στη Μικρή Πρέσπα.

Έφτασε η ώρα να εγκαταλείψουμε τις Πρέσπες και από το Πισοδέρι να κατευθυνθούμε προς Φλώρινα. Το τοπίο της διαδρομής ήταν χάρμα ιδέσθαι και ο δρόμος χάρμα πλαγιάζεσθαι μετά των μοτοσακών.


Παρακαλούσαμε αυτές οι στροφές να μην τελείωναν ποτέ, όπως και το τοπίο. Είδαμε τα τελεφερίκ που οδηγούν στο Χιονοδρομικό Κέντρο του Πισοδερίου και φυσικά πολύ πράσινο. Ο καιρός ιδανικός, με σύννεφα, λίγο ήλιο, ότι πρέπει για να ευχαριστηθείς τις πλαγιολισθήσεις. Σταματήσαμε σ’ ένα high class κιόσκι στο δάσος, για να ακούσουμε για λίγο τους ήχους της φύσης και να αναπνεύσουμε καθαρό φυσικό αέρα.


Σειρά είχε στη συνέχεια η κατάκτηση της… Νίκης, στο συνοριακό σταθμό με την Π.Γ.Δ.Μ.! Αμέσως μετά τη Φλώρινα στο δρόμο προς τη Νίκη, πετύχαμε στα φανάρια ένα Zastava, σημάδι πως προσεγγίζουμε τα ελληνοσκοπιανά σύνορα. Το μικροσκοπικό Ζastava με σέρβικες πινακίδες, έστεκε δίπλα στις μοτοσυκλέτες μας οι οποίες ήταν εξοπλισμένες με πλαϊνά σαμάρια. Αμέσως ήρθε στο μυαλό μου το εξώφυλλο του ΜΟΤΟ πριν από περίπου δυο χρόνια με το Mega Test στη Σερβία και η φωτό του BMW R1200GS Adventure μετά πλαϊνών βαλιτσών, δίπλα σε ένα Ζastava. Η λεζάντα ακόμα αναρωτιέται για την καπιταλιστική υπερβολή, εναντίον του σοσιαλιστικού ρεαλισμού! Το θηριώδες BMW καταλάμβανε σχεδόν τον ίδιο όγκο με το Zastava. Λόγω του ότι ήμασταν στα φανάρια και η ώρα να ανάψει πράσινο πλησίαζε, δυστυχώς, δεν προλάβαμε να απαθανατίσουμε στο φακό, το Ζastava ανάμεσα σε δυο TDM…

Αμέσως μετά, αφού κατακτήσαμε και τη Νίκη, συνεχίσαμε προς Έδεσσα, μέσω Άρνισσας, συναντώντας στο δρόμο μας δυο λίμνες, τη Λίμνη Πετρών και τη Λίμνη Βεγορίτιδα. Μετά τη Νίκη, το τοπίο άρχισε να αλλάζει. Τα καταπράσινα δέντρα και βουνά παραχώρησαν ευγενικά τη θέση τους στις κιτρινοπράσινες πεδιάδες και εκτάσεις. Ένα τοπίο που θα μας κρατήσει συντροφιά, εκτός ορισμένων διαλειμμάτων, μέχρι το τέλος της Οδύσσειας των Συνόρων.

                                                                                                                           

Στη λίμνη Βεγορίτιδα.

Ακριβώς στη διασταύρωση προς Βεύη και Κέλλη, οι πρώτες ψιχάλες της ημέρας κάνουν την εμφάνισή τους. Το κόλπο πλέον το ξέρουμε, αδιάβροχα και συνεχίζουμε. Η ψιχάλα γίνονται πλέον βροχή, η οποία δε μας επιτρέπει να φωτογραφίσουμε τη Λίμνη Πετρών που εμφανίστηκε στα νότιά μας. Μετά το χωριό Κέλλη ένα παλιό αγροτικό Datsun μας κάνει σινιάλο από το αντίθετο ρεύμα, να σταματήσουμε με στη βροχή. Σταματάμε και ένας μπάρμπας με αγροτικά ρούχα βγαίνει πανικόβλητος από το αγροτικό και μας ρωτάει με έντρομη φωνή: -Ρε παλικαριά, που βγάζει αυτός ο δρόμος; Οδηγώ κοντά μια ώρα και δε βγάζει πουθενά! Υπάρχει κανένα χωριό εδώ κοντά; -Υπάρχει μπάρμπα, του λέω. Λίγο πιο πάνω είναι η Κέλλη, αμέσως μετά είναι η Βεύη και αν στρίψεις δεξιά στη διασταύρωση και συνεχίσεις ευθεία θα βγεις στη Νίκη!

Αμέσως ο μπάρμπας μας ευχαρίστησε, μπήκε στο αυτοκίνητό του με ένα χαμόγελο που έφτανε μέχρι τα αυτιά και συνέχισε την πορεία του. Δεν ξέρω, ίσως να τον μπέρδεψα λίγο τον μπάρμπα, με τα τόσα γυναικεία ονόματά που του ανέφερα. Ελπίζω να βρήκε άκρη και να κατάλαβε ότι είναι ονόματα χωριών και όχι γυναικείες υπάρξεις που θα συναντήσει στο δρόμο του!

Η βροχή μας κράτησε παρέα μέχρι την Άρνισσα και τη Λίμνη Βεγορίτιδα. Συνεχίσαμε μέχρι την Έδεσσα, να επισκεφθούμε και να θαυμάσουμε τους ξακουστούς καταρράκτες της.


Tο Σπήλαιο των Καταρρακτών της Έδεσσας.

Τοστ και καφές ήταν ότι έπρεπε για να πάρουμε δυνάμεις και ανηφορίσαμε βόρεια προς Αριδαία, έχοντας στα Δυτικά μας το Όρος Βόρας, ή αλλιώς όπως είναι ευρέως γνωστό, ως Καϊμακτσαλάν.

Φτάσαμε αισίως στο κέντρο της Αριδαίας και αφού μπερδευτήκαμε για λίγο με τη σήμανση, σταματήσαμε για να κοιτάξω λίγο το χάρτη. Μπροστά μου υπήρχαν δυο τεράστιες πινακίδες με ένα κατεβατό να! με το συμπάθειο, λες και διάβαζες σειρά εγκυκλοπαιδειών της Νέας Δομής ή της La Rouche Britannica.Ξαφνικά ακούμε μια φωνή μέσα από ένα αγροτικό και ένας μεσήλικας κύριος, να μας λέει: -Εσείς κάπου θέλετε να πάτε. -Ναι, του λέω. -Το κατάλαβα, γιατί κι εγώ στα νιάτα μου ταξίδευα με μηχανή. Που ακριβώς θέλετε να πάτε, μας ρώτησε. -Προς Αξιούπολη, μέσω Αρχαγγέλου και Σκρα, του απάντησα. -Α, πολύ εύκολα πάρτε το δρόμο προς τα δεξιά και στη πρώτη διασταύρωση, στρίψτε αριστερά προς Ριζοχώρι. -Ευχαριστούμε πολύ. -Καλό δρόμο παλικάρια και να προσέχετε, μας απάντησε.

Αφού ανταποδώσαμε το χαιρετισμό, συνεχίσαμε. Να σας πω και την αλήθεια μου, όταν έφτιαχνα το road book, αυτό το κομμάτι το θεώρησα πολύ δύσκολο, λόγω των πολλών διασταυρώσεων και υπολόγιζα πως λίγο πολύ, εδώ κάπου θα δυσκολευτούμε. Κι όμως πέρα από χάρτες, η καλύτερη πηγή πληροφοριών σε μέρη που επισκέπτεται κάποιος πρώτη φορά, είναι οι ντόπιοι κάτοικοι, οι οποίοι ξέρουν τους δρόμους της περιοχής τους απέξω κι ανακατωτά. Και είναι απολύτως λογικό, καθώς ζουν και γνωρίζουν την περιοχή.

Μετά την Αριδαία προς Αξιούπολη.

Λίγο πριν το Αετοχώρι, άρχισα για πολλοστή φορά να σιγοψιθυρίζω μέσα από το κράνος μου, το γνωστό σκοπό “πέφτουν τις βροχής οι στάλες”, αλλά και “των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν”, “επανάληψις μήτηρ μαθήσεως”, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και άλλα ρητά ήρθαν συνειρμικά στο μυαλό μου, αλλά η ατάκα “το κόλπο το ξέρουμε”, τα κέρδισε κατά κράτος. Αδιάβροχα πριν να είναι αργά και προχωράμε. Ένα σύννεφο μας έφτυσε για λίγο και στη συνέχεια ο καιρός έγινε καλοκαιρινός.Περνώντας μέσα από το χωριό Αρχάγγελος, είχα την εντύπωση, πως βρίσκομαι σε γειτονική χώρα ή γύρισα πενήντα χρόνια πίσω το χρόνο. Επικρατούσε ένα τεράστιο κομφούζιο από τρακτέρ και καρότσες γεμάτες, προφανώς από Αλβανούς και Βούλγαρους εργάτες, οι οποίοι επέστρεφαν από χειρωνακτική ερσασία στα χωράφια.

"Το μοτοσακό που είχα στα νιάτα μου, ήταν κλάσεις ανώτερο από αυτά τα καινούρια", μοιάζει να σκέφτεται ο παππούς στον Αρχάγγελο Πέλλας.

Αφήνοντας τον Αρχάγγελο ο Νομός Πέλλας μας αποχαιρετούσε και ο Νομός Κιλκίς μας καλωσόριζε με το ηρωικό χωριό Σκρα. ”Καλώς ήρθατε στο ηρωικό Σκρα”, έγραφε η πύλη στην είσοδο του χωριού.

Το Σκρα απέχει μόλις 4 km από τα σύνορα με την Π.Γ.Δ.Μ. και βρίσκεται στις πλαγιές του Όρους Πάικο. Το Σκρα έχει να επιδείξει πλούσια πολεμική και αγωνιστική Ιστορία, τόσο κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, όσο και κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π., όπου το Μάιο του 1918 έγινε η περίφημη Μάχη του Σκρα.

Προηγουμένως από τον Αρχάγγελο μέχρι το Σκρα, είχαμε αναβιώσει τη μάχη του Σκρα με τις μοτοσυκλέτες μας, σε ένα δρόμο με απότομες ανηφοροκατηφόρες. Ήταν ιδιαίτερα απολαυστικός και δικαίως το ΜΟΤΟ τότε τον είχε χαρακτηρίσει “το ελληνικό Nurburgring”.Δικαίως η διαδρομή Αριδαία – Αξιούπολη, ήταν όπως ακριβώς τη περιέγραψε πριν 11 χρόνια το αγαπημένο μου περιοδικό, στην Οδύσσεια Των Συνόρων.

Στη συνέχεια περάσαμε από το Πολύκαστρο και λίγο πριν το Κιλκίς, στρίψαμε αριστερά για τη Λίμνη Δοϊράνη, στα σύνορα με την Π.Γ.Δ.Μ


                                                                                                           

Της Ίριδας τα χρώματα...στη Λίμνη Δοϊράνη.


Αφήσαμε τη Δοϊράνη και λίγο πιο ανατολικά πήγαμε στη Λίμνη Κερκίνη, γνωστή για τον υγροβιότοπό της.


Φωλιές πελαργών πάνω σε στύλους της Δ.Ε.Η. στην Κερκίνη.Τέτοιες συναντήσαμε πολλές, την επόμενη μέρα στη Θράκη και ιδιαίτερα στη Ξάνθη.

Μετά τη Κερκίνη συνεχίσαμε προς Προμαχώνα και λίγο πριν φτάσουμε στα ελληνοβουλγαρικά αυτή τη φορά, σύνορα, μας έπιασε η νύχτα.

Μπήκαμε μέσα στο χωριό του Προμαχώνα και στη συνέχεια κατηφορίσαμε στη πόλη των Σερρών με στο βαθύ σκοτάδι, σε δρόμο υπό κατασκευή, με πολλά έργα και ειδική σήμανση, γεγονός που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή κατά τη νυχτερινή οδήγηση. Σαράντα χιλιόμετρα είναι η απόσταση από τον Προμαχώνα στις Σέρρες, που μας φάνηκαν…εκατόν σαράντα! Λίγο πριν τις Σέρρες σταματήσαμε σε μια παραδοσιακή ψησταριά, για κρεατοφαγία, μιας και το στομάχι μας, διαμαρτυρόταν επικίνδυνα. Η τηλεόραση έδειχνε αγώνα του Μουντιάλ και αισθανόμασταν σαν να είμαστε από άλλο πλανήτη, γιατί τρεις μέρες τώρα έχουμε χάσει επαφή με τον έξω κόσμο και φυσικά με το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό γεγονός ανά τετραετία, του πλανήτη. Αργά το βράδυ βρεθήκαμε, σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο των Σερρών, να απολαμβάνουμε τον ύπνο μας, μετά από 542 km. Καταφέραμε την ίδια μέρα να βρεθούμε στα σύνορα με τρεις διαφορετικές χώρες και δούμε πέντε Λίμνες, ίσως τις πιο μεγάλες και γνωστές της χώρας μας. Θεωρητικά περιμέναμε τη Μακεδονία το πιο δύσκολο κομμάτι της Οδύσσειας και περιμέναμε να μας δυσκολέψει περισσότερο από τα άλλα διαμερίσματα. Δε ξέραμε όμως, ότι την επόμενη μέρα, μας περίμενε η Θράκη και ο Έβρος.

ΗΜΕΡΑ 4η [Τρίτη 29 Ιουνίου 2010 - 470.8 km]…the longest day of the war

Στην αρχή είπαμε πως στο θερινό σινεμά μας, η “μεγαλύτερη μέρα του πολέμου” δεν θα παίξει, όπως και το “platoon”. Που να φανταστούμε όμως οι αδαείς, το τι μας περίμενε στη Θράκη και στον Έβρο, όπου εξελίχθηκε η πιο περιπετειώδης μέρα της Οδύσσειας. Το πρωί μας βρήκε έξω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου σε κεντρικό δρόμο των Σερρών να ετοιμάζουμε τις αποσκευές μας. Σκοπεύαμε πριν αναχωρήσουμε για Δράμα, να δοκιμάσουμε τη δημοφιλή Σερραϊκή μπουγάτσα και τον παραδοσιακό ακανέ. Ο ακανές είναι ένα είδος λουκουμιού που φτιάχνεται μόνο στις Σέρρες. Ρωτήσαμε τον υπάλληλο του ξενοδοχείου να μας πει που μπορούμε να τον βρούμε, κι εκείνος μας απάντησε πως τα πάντα είναι κλειστά μέχρι τις έντεκα το πρωί! Στη συνέχεια μας εξήγησε ότι κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου γιορτάζεται η απελευθέρωση των Σερρών από τον ελληνικό στρατό το 1913, όταν και η πόλη πυρπολήθηκε τη προηγούμενη μέρα από τους Βούλγαρους κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και από τα μεγάφωνα της πόλης ακουγόταν η Μαρία Φαραντούρη να τραγουδάει το “γέρο νέγρο Τζιμ” από τα “νέγρικα” των Μάνου Λοΐζου – Γιάννη Νεγρεπόντη, ξυπνώντας τα επαναστατικά ένστικτά μας και βάζοντας μας στο εορταστικό κλίμα της ημέρας. Κι επειδή δε μπορούσαμε να περιμένουμε μέχρι τις έντεκα, ξεκινήσαμε για τη πόλη της Δράμας.

Φτάνοντας στη Δράμα μας επισκέφθηκαν για άλλη μια φορά οι πρώτες ψιχάλες. Το κόλπο πλέον το ξέρουμε, φοράμε αδιάβροχα και ακολουθούμε τη διαδρομή προς Ξάνθη, περνώντας από τα χωριά Νικηφόρος, Παρανέστι και Σταυρούπολη, πλησίον του ποταμού Νέστου. Τα σπίτια και το όλο κλίμα, μας έκαναν να καταλάβουμε ότι μπαίνουμε για τα καλά μέσα στη Θράκη. Η βροχή δυνάμωνε για τα καλά και λίγο πριν το Παρανέστι, άρχισε να κοπάζει. Φτάνοντας στη γέφυρα του Ποταμού Νέστου, κάναμε την απαραίτητη στάση για τσιγάρο και φωτογράφηση.

Λίγο πριν φτάσουμε στη Ξάνθη συναντήσαμε αυτό το τρίτοξο γεφύρι, με γκρεμισμένο το ένα του άκρο.

Περνώντας μέσα από τη πόλη της Ξάνθης, συνεχίσαμε νοτιοανατολικά προς τον όρμο της Βιστωνίας στο Πόρτο Λάγος. Στο χάρτη φαίνεται ως το πιο μικρό σε πλάτος τμήμα της Θράκης και της Ελλάδος γενικότερα.

Είδαμε τη Λίμνη Βιστωνίδα και επισκεφθήκαμε το μετόχιο του Αγίου Νικολάου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, το οποίο είναι προσβάσιμο από δυο πλωτές ξύλινες γέφυρες.

Η Μονή του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας Παντάνασσας,στον όρμο της Βιστωνίδας.Συνδέονται τόσο μεταξύ τους, όσο και με τη στεριά με μια γραφική ξύλινη γέφυρα.Σύμφωνα με την παράδοση και τις μαρτυρίες το Μετόχι του Αγίου Νικολάου εγκαινιάστηκε από τον Πατριάρχη Νεκτάριο υπό την παρουσία του αυτοκράτορα Αρκαδίου, ο οποίος πρόσφερε μεταξύ άλλων δώρων, το μετόχι στην Μονή Βατοπεδίου για να ευχαριστήσει την Παναγία που τον έσωσε όταν ναυάγησε στο πέλαγος καθώς επέστρεφε από την Ρώμη.

Εισέρχεσθαι μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης...

Η συνέχεια μας βρήκε στο δρόμο προς Κομοτηνή, να δοκιμάσουμε την παραδοσιακή μπουγάτσα της, αφού δεν το καταφέραμε στις Σέρρες. Περνώντας από τον κεντρικό δρόμο της Κομοτηνής μας περίμενε ένα πολιτισμικό σοκ. Είδαμε δυο νεαρές φοιτήτριες να μας χαμογελούν πονηρά, όταν και σταματήσαμε να τους παραχωρήσουμε προτεραιότητα για να περάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Λίγα μέτρα πιο κάτω, είδαμε μουσουλμάνες γυναίκες με τη παραδοσιακή ανατολική μαντίλα να σκεπάζει το κεφάλι τους, να περπατούν στο δρόμο συνοδεία φυσικά των αντρών τους.

Κομοτηνή, η πόλη των αντιθέσεων, ή αλλιώς μια σύγκρουση πολιτισμών.Από τη μια η μουσουλμάνα Ελληνίδα υπήκοος με την παραδοσιακή μαντίλα...

...και από την άλλη η καλλίγραμμη χριστιανή Ελληνίδα φοιτήτρια.

Φτάνοντας σε μια παραδοσιακή μπουγατσερί, σβήσαμε τις μοτοσυκλέτες μας και χωρίς πλέον το θόρυβο των εξατμίσεων, ακούσαμε τον ιμάμη να καλεί για προσευχή τους πιστούς στο κοντινό μιναρέ της πόλης.

Η κομοτηναϊκή μπουγάτσα ήταν τόσο νόστιμη και ποιοτική, που δεν χρειάστηκε να δημιουργήσουμε τουβαλέτ προμπλέμ στη παραδοσιακή μπουγατσερί...όσο γι΄αυτούς που δεν κρατιούνται, καλύτερα να ψάξουν να βρουν μέρος αλλού!

Απολαύσαμε φυσικά τη παραδοσιακή κομοτηναϊκή μπουγάτσα και κάναμε μια σύντομη περιήγηση στη κεντρική πλατεία της πόλης.

Το "Ηρώον" ή "Σπαθί", μνημείο για του ήρωες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου που βρίσκεται στο κέντρο της Κομοτηνής.

Στο φανάρι μάλιστα υπήρχε ένα χρονόμετρο με αντίστροφη μέτρηση μέχρις ότου ανάψει πράσινο. Για λίγα δευτερόλεπτα είχαμε την αίσθηση πως βρισκόμασταν στα pits μιας πίστας και περιμέναμε το πέσιμο της καρό σημαίας. Καρό σημαία βεβαίως δεν υπήρχε, αλλά λίγο πριν μηδενίσει ο χρονομετρητής ακούγαμε τα αυτοκίνητα δίπλα μας να παίρνουν μπροστά με τη μίζα. Προφανώς πολλοί σκέφτονται ως είθισται, οικονομικά σε περιόδους κρίσης, να κάνουν οικονομία στη βενζίνη, μιας και η τιμή της έχει ανεβεί σε δυσθεώρητα για την εποχή ύψη.

Αφήνοντας τη Κομοτηνή κατευθυνθήκαμε προς τις Σάπες, είδαμε μιναρέδες πλησίον σε χριστιανικές εκκλησίες, δείγμα των θρησκευτικών αντιθέσεων που υπάρχουν στη Θράκη. Είναι παρήγορο πως Έλληνες πολίτες καταφέρνουν και συμβιώνουν αρμονικά μεταξύ τους, ασχέτως θρησκευτικών πεποιθήσεων του καθενός. Παντού βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, οι οποίες απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα, αλλά προσωπικά ένοιωθα ιδιαίτερα χαρούμενος, όταν έβλεπα χριστιανούς και μουσουλμάνους να καλαμπουρίζουν στο καφενείο του χωριού, πίνοντας τον καφέ τους.Έτσι παρατήρησα τουλάχιστον στο ταξίδι, αλλά δεν γνωρίζω αν αυτό ισχύει και στην πραγματικότητα.Φαντάζομαι πως όλοι είμαστε πάνω απ’ όλα άνθρωποι με αρχές και οφείλουμε να σεβόμαστε τις οποιεσδήποτε αντιλήψεις και πεποιθήσεις του συνανθρώπου μας.

Αμέσως μετά τις Σάπες, πήραμε το δρόμο προς Βόρειο Έβρο, ξεκινώντας από τη δυτική του πλευρά. Στη διασταύρωση της Νέας Σάντας είπαμε για πολλοστή φορά πως το κόλπο το ξέρουμε, φορέσαμε τα αδιάβροχά μας, γιατί τα σύννεφα στο βάθος μας προϊδέασαν για καταιγίδα. Από ντόπιους, μάλιστα ακούσαμε πως ακόμα και το καλοκαίρι, εκεί ψηλά έχουν συναντήσει χιόνια. Κι επειδή αντιολισθητικές αλυσίδες δε διαθέτει το κατάστημα, συνεχίσαμε απτόητοι με σκοπό να περάσουμε από το Μέγα Δέρειο και να βρεθούμε στο Ορμένι, περνώντας μέσα από τα Πομακοχώρια του Βόρειου Έβρου. Ανηφορίζοντας τα πρώτα 19 km, τα σύννεφα ήταν απειλητικά, αλλά η βροχή δεν έλεγε να κάνει την εμφάνισή της. Το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο, δείγμα του ότι είχε βρέξει προ ολίγου εκείνη τη μέρα. Δειλά δειλά όσο ανεβαίναμε η ομίχλη μας καλοσώριζε.

Σε μια διασταύρωση δεν είδαμε πουθενά οδικές πινακίδες παρά μόνο μία πράσινη (!) η οποία έγραφε “προς γιορτή κυνηγιού Μέγα Δέρειου”. Κοίταξα πίσω μου το Γιώργο με απορία και είδα το βλέμμα του να συμφωνεί με το δικό μου. Το χρώμα της πινακίδας με προϊδέασε πως στην άλλη κατεύθυνση θα υπήρχε άλλη οδική πινακίδα.

Ενστικτωδώς ακολουθήσαμε τον πιο πλατύ δρόμο ο οποίος στη συνέχεια στένευε όλο και πιο πολύ. Μάταια περιμέναμε να εμφανιστεί έστω μια οδική πινακίδα μπλε χρώματος ως συνηθίζεται στο ελληνικό επαρχιακό δίκτυο. Ο δρόμος έδειχνε κατηφορικός και κοπάδια αγελάδων και ταύρων ελευθέρας βοσκής έκαναν την εμφάνισή τους στις άκρες του δρόμου. Αυτό μας έκανε να ελαττώσουμε ταχύτητα σε συνδυασμό με την ομίχλη που γινόταν όλο και πιο έντονη. Σε ορισμένα σημεία δεν μπορούσαμε να δούμε σε απόσταση μεγαλύτερη των δέκα μέτρων. Μετά από 25 km σε τέτοιες συνθήκες, συναντήσαμε το πρώτο χωριό και την πρώτη οδική πινακίδα που υποδήλωνε το όνομα του χωριού.

Και το όνομα αυτού…Αισύμη! Αν δεν υπήρχε η πρόθεση “Αι”, ενδεχομένως να νόμιζα πως δεν οδηγούσα τη μοτοσυκλέτα μου, αλλά το αντιτορπιλικό “Λέων”, αυτό που συμμετείχε στο πείραμα της Φιλαδέλφειας και μας το δώρισαν μετά οι Αμερικανοί. Ευτυχώς πλέον είναι παροπλισμένο και προσγειώθηκα στην πραγματικότητα. Αφήστε δε, που τα δάκρυα συγκίνησης θα ήταν ικανά να θολώσουν το…pinlock της ζελατίνας του κράνους μου! Για όσους δε γνωρίζουν η Σύμη είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, ένα πανέμορφο νησί των Δωδεκανήσων και ένας από τους μεγαλύτερους παραδοσιακούς οικισμούς της Ελλάδος.”Mα πως βρέθηκε η Σύμη εδώ στον Έβρο και μάλιστα με ένα αλφαγιώτα μπροστά”, διερωτήθηκα αμέσως. Oι σκέψεις και οι συνειρμοί με περικύκλωσαν.”Για κάτσε ρε γαμώτο, όταν έφτιαχνα ο μαλάκας το road book δεν είδα την Αισύμη; Αν την έβλεπα θα τη θυμόμουνα και στο χάρτη και στο road book!”

Κάνω νόημα στο Γιώργο να μπούμε μέσα στο χωριό κι εκείνος μου γνέφει καταφατικά. Βλέπουμε μια πινακίδα να γράφει “Αλεξανδρούπολη 23”! – “Γαμώ τη τρελά μου, πως βρεθήκαμε από τη μια άκρη του Έβρου, εικοσιτρία χιλιόμετρα πριν την άλλη”, διερωτήθηκα φωνάζοντας δυνατά. Εκείνη τη στιγμή, είπα και κάτι άλλα γαλλικά, τα οποία δεν γράφονται.Σταματάμε και ρωτάω ένα χωριανό: – Από πού πάμε για Μεταξάδες; τον ρωτάω – Τι, για Μεταξάδες; Χαχαχα… από ‘κει που ήρθατε! μας απάντησε.

Και η…γαλλική λεκτική διάρροια έρρεε ασταμάτητα, από μέσα μου αυτή τη φορά, μη με περάσουν οι κάτοικοι του χωριού κανέναν παρανοϊκό!Και πριν αρχίζω να βρίζω θεούς και δαίμονες μας πλησιάζουν δυο γυναίκες από το καφενείο του πολιτιστικού συλλόγου γυναικών Αισύμης, πρόθυμες να μας βοηθήσουν να βρούμε τον προσανατολισμό μας. Αφού μας πρόσφεραν αναψυκτικά και νερό στο καφενείο του συλλόγου, μας εξήγησαν λεπτομερώς το δρόμο που έπρεπε να πάρουμε για να φτάσουμε στον προορισμό μας. Γρήγορα μας έκαναν να καταλάβουμε ότι η σήμανση είναι ανύπαρκτη και μόνο αν είσαι ντόπιος ή…πολύ τυχερός μπορείς να βρεθείς από τη Νέα Σάντα στην Αισύμη, η οποία απέχει μόλις 23 km από την Αλεξανδρούπολη. Μάλιστα η μία από τις δυο κυρίες είχε επισκεφτεί στο παρελθόν τη Σύμη και μου μιλούσε για τα θαύματα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη, πολιούχου Άγιου της Σύμης. Τότε το πατριωτικό μου φρόνημα ανέβηκε στα ύψη καθώς η συγκίνηση που ένοιωθα όταν κάποιοι άνθρωποι εκεί στον Έβρο μου μιλούσαν για το νησί μου ήταν απερίγραπτη…

Στη συνέχεια αφού χαιρετήσαμε και ευχαριστήσαμε τις κυρίες και τους κυρίους, ανεβήκαμε στα μοτοσακό, καθώς έπρεπε να διανύσουμε ξανά τα σχεδόν 25 km του λανθασμένου δρόμου που πήραμε. Κι όμως αισθανόμουνα πολύ χαρούμενος που έκανα αυτό το λάθος που μας έβγαλε στην Αισύμη, καθώς γνωρίσαμε τους φιλόξενους κάτοικους του χωριού οι οποίοι μας υποδέχθηκαν και μας σκλάβωσαν με την καλοσύνη, την ευγένεια και τη φιλοξενία τους. Ευτυχώς, το ελληνικό φιλότιμο ρέει άφθονο εκεί στον Έβρο και την Αισύμη.

Ανηφορίζοντας από την Αισύμη, όλως παραδόξως η ομίχλη εξαφανίστηκε ως δια μαγείας, κάνοντας το ρυθμό οδήγησης να ανεβεί αισθητά σε σύγκριση με πριν. Φτάσαμε στη διασταύρωση της Νέας Σάντας – Μέγα Δέρειου και ακολουθήσαμε το σωστό δρόμο. Δεν πρόλαβαν να περάσουν λίγα λεπτά και η βροχή έκανε πάλι την εμφάνιση της. Αυτή τη φορά η βρόχα έπεφτε στρέητ θρου, όπως έλεγε κάποτε ο Ζαμπέτας.

Και μιλάμε για πολύ βροχή, η οποία σταμάτησε μόλις φάνηκε το Μέγα Δέρειο από κοντά. Ανεφοδιαστήκαμε με βενζίνη καθώς μας περίμενε ακόμα αρκετός δρόμος μέχρι το Ορμένι. Αμέσως μετά, συναντήσαμε το Μικρό Δέρειο, το πρώτο χριστιανικό Πομακοχώρι προς Βόρειο Έβρο, καθώς το Μέγα Δέρειο είναι το τελευταίο μουσουλμανικό. Περνώντας από την κεντρική πλατεία των Μεταξάδων ρωτήσαμε για σιγουριά τους κατοίκους στο καφενείο του χωριού, αν κατευθυνόμαστε σωστά. Εκεί μας περίμενε άλλο ένα ευχάριστο σοκ. Μόλις αντιλήφθηκαν δυο τύπους που έμοιαζαν με αστροναύτες πάνω σε κάτι μηχανήματα που κάνουν θόρυβο σε δυο ρόδες, τα πρόσωπά τους ήταν τόσο χαμογελαστά σαν να τους είχες διηγηθεί ανέκδοτο με τον Τοτό και την Ελενίτσα! Ο καθένας από αυτούς ήθελε να μας μιλήσει ξεχωριστά. Δυστηχώς ο χρόνος μας πίεζε και δεν είχαμε ευκαιρία να πιούμε ένα τσίπουρο με αυτούς τους ανθρώπους.

Περνώντας τη Γέφυρα του Ερυθροποτάμου, κατευθυνθήκαμε προς Ορμένι. Οι αχανείς κιτρινοπράσινες πεδιάδες έκαναν την εμφάνιση τους στα αριστερά μας.

Σταματήσαμε στη κεντρική καφετέρια του χωριού να αποσπάσουμε πληροφορίες από μια παρέα εκκολαπτόμενων μηχανόβιων οι οποίοι έπιναν τον καφέ τους, θαυμάζοντας τα εργαλεία τους, τα οποία έστεκαν πρώτη μούρη ακριβώς μπροστά τους. Μέχρι και ο ιδιοκτήτης της καφετέριας βγήκε από το μπαρ όπου έφτιαχνε τους καφέδες να μας υποδείξει το δρόμο που οδηγεί στα Μαράσια. Αφού τους φωτογραφίσαμε, τους ευχαριστήσαμε και τους χαιρετήσαμε, κάποιοι φώναξαν “σούζα φίλε, σούζα!” Καθώς δεν μπορούσα να τους αρνηθώ, τους αποχαιρέτησα με μια μεγαλοπρεπή ανόρθωση του εμπρόσθιου τροχού της μοτοσυκλέτας – κατά το κοινώς λεγόμενο σούζας – έτσι για να θυμηθώ κι εγώ τις αταξίες έκανα στη δική τους ηλικία.

Λίγο πριν τα Μαράσια άρχισε πάλι να βρέχει, ευτυχώς όχι δυνατά. Φτάνοντας στα Μαράσια, το τελευταίο χωριό της Ελλάδος ψηλά στον Έβρο, και λίγα μέτρα πιο πέρα ο ποταμός Έβρος, το φυσικό σύνορο Ελλάδος – Τουρκίας, σταματήσαμε στο καφενείο και ρωτήσαμε τους χωριανούς προς τα πού πάμε για Καστανιές διασχίζοντας τον ποταμό Άρδα.


Αμέσως πετάχτηκαν όλοι από τις καρέκλες τους και μιλούσαν ταυτόχρονα. Δεν μπορούσαμε να βγάλουμε άκρη από την οχλαγωγία που επικρατούσε. – Ένας, ένας τους λέω χαμογελώντας. Κι αυτοί το χαβά τους. Μιλούσαν πάλι όλοι ταυτόχρονα και ακατάπαυστα που δεν καταλάβαμε σχεδόν τίποτα. Η χαρά τους και η λαχτάρα τους που έβλεπαν δυο νέους ανθρώπους να περνάνε από το χωριό τους ήταν τόσο μεγάλη, που ήταν πρόθυμοι, ο καθένας ξεχωριστά, να μας βοηθήσει με τον δικό του τρόπο. – Και τι γυρεύετε εδώ πάνω, μας ρώτησαν. – Κάνουμε το γύρο όλης της Ελλάδας από τα Σύνορα, τους απαντήσαμε. Εκφράσεις θαυμασμού ζωγραφίστηκαν στα πρόσωπά τους. Το χαμόγελο που ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους, υποδήλωνε τη χαρά τους που μας έβλεπαν στα Μαράσια και όχι σε κάποιο δημοφιλή νησιωτικό προορισμό, Ιούλιο μήνα.

Κατευθυνόμενοι προς Καστανιές και αφού για άλλη μια φορά δεν είδαμε σήμανση και μπερδεμένοι από τη μαζική και ταυτόχρονη περιγραφή των χωριανών στρίψαμε ενστικτωδώς δεξιά. Οι σκέψεις με περιτριγύριζαν πάλι, καθώς ήταν πολύ συγκινητικό να βλέπεις τους κατοίκους αυτού του ακριτικού χωριού, να τσακώνονται για το ποιος θα σου μιλήσει πρώτος, υποδεικνύοντάς σου το σωστό δρόμο. Αυτή την εικόνα θα τη θυμάμαι για πάντα. Τη χαρά τους και τα χαμόγελά τους.

Σε μια μεγάλη ευθεία πριν το ποταμό Άρδα, κάνω σινιάλο σε διερχόμενο αυτοκίνητο να σταματήσει. Μέσα ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα. – Καλησπέρα. Καλά πάμε για Καστανιές; ρώτησα. – Ναι, μας απάντησε ο άντρας. – Το ποτάμι περνιέται εύκολα; ξαναρώτησα. – Με αυτοκίνητο ναι, με μηχανή λίγο δύσκολο. Προσέχετε μόνο γιατί τώρα που βρέχει η στάθμη του νερού μπορεί να έχει ανεβεί… μας απάντησε, κάνοντάς μας πλάκα με τη στάθμη του νερού. Αμέσως μετά, πήρε το λόγο η γυναίκα και με ρώτησε: – Από πού έρχεστε; – Από Κρήτη, απάντησα. – Εγώ είμαι απ’ το Γεράπετρο, μας απάντησε με τη βαριά κρητική προφορά της.

Και αφού πιάσαμε τη κουβέντα για να διασταυρώσουμε φίλους και γνωστούς από την Ιεράπετρα, τους χαιρετήσαμε και ο άντρας μας κάλεσε το επόμενο πρωί για καφέ στη καντίνα που βρίσκεται δίπλα στον ποταμό από τη πλευρά των Μαρασιών. Δυστυχώς δεν την επισκεφθήκαμε, καθώς αύριο θα ακολουθούσαμε το δρόμο της επιστροφής από την Ορεστιάδα όπου και θα διανυκτερεύαμε. Αναρωτιέμαι πως αν διασχίζαμε όλο το Νομό Έβρου, χωρίς να μας πιέζει ο χρόνος, θα κάναμε ένα χρόνο να τον γυρίσουμε, καθώς η φιλοξενία των κατοίκων του είναι μοναδική. Η ελληνική φιλοξενία και το ελληνικό φιλότιμο σε όλο τους το μεγαλείο, έτσι απλά.

Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η Οδύσσεια των Συνόρων, είχα πεταχτεί στα Χανιά για καφέ στο μπαρ “Joe Bar Tem” που βρίσκεται μέσα στο GAS motosport culture.Συζητώντας με τον Ιάκωβο για τη διαδρομή και το ταξίδι, μου πρότεινε εφόσον περνάμε από Μαράσια και Καστανιές, να περάσουμε τον ποταμό Άρδα και θα βρεθούμε απέναντι στις Καστανιές, το χωριό του πατέρα του.

Οι μοτοσυκλέτες μας έστεκαν πριν το ποτάμι. Έβρεχε λίγο, αλλά αυτό δε μας εμπόδιζε. Δεν κρατιόμουνα και…βούτηξα πρώτος στα παγωμένα νερά του Άρδα. Το βάθος κυμαίνεται γύρω στους είκοσι πόντους και σε ορισμένα σημεία φτάνει μέχρι και τους σαράντα. Στο ποτάμι υπάρχει αρκετή γλίτσα που κάνει απαγορευτική τη χρήση φρένου και λοιπών άλλων συστημάτων, βοηθημάτων και υποβοηθημάτων πέδησης.

Αμέσως μετά πήρε σειρά ο Γιώργος και μετά από λίγα λεπτά απολαμβάναμε μούσκεμα παρόλο που φορούσαμε αδιάβροχα, τις παγωμένες μπύρες μας στη καφετέρια των Καστανιών δίπλα στο ποτάμι. Μάλιστα ένας εκ των θαμώνων μας απένειμε και…παράσημα ανδρείας λέγοντάς μας “μπράβο παλληκάρια!” Αμέσως έπεσε τηλεφώνημα στο GAS, με επιφωνήματα ευχαριστιών στον Ιάκωβο που μου πρότεινε τη διαδρομή.

Καστανιές

Αργά το βράδυ, βρεθήκαμε σε ένα παρακμιακό ξενοδοχείο στην Ορεστιάδα, το πρώτο που βρήκαμε ρωτώντας. Τέτοια ώρα, με τέτοια κούραση και σε τέτοια κατάσταση, δεν είχαμε και πολύ διάθεση να ψάξουμε και καλύτερο ξενοδοχείο. Φαντάζομαι πως αν πηγαίναμε σε κάποιο καλύτερο, έτσι όπως ήμασταν, ενδεχομένως να τρώγαμε και πόρτα! Δεν νομίζω να έχω μείνει σε χειρότερο ξενοδοχείο, αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε. Εν κατακλείδι ήταν η πιο περιπετειώδης μέρα του οδοιπορικού μας. Ο Έβρος και οι κάτοικοί του μας μάγεψαν. Λέμε να ξαναπάμε Έβρο, να τον εξερευνήσουμε καλύτερα, έχοντας όμως στη διάθεσή μας περισσότερο χρόνο. Το βράδυ μας βρήκε να κάνουμε μια σύντομη βόλτα στη σύγχρονη πόλη της Ορεστιάδας και στο να καταναλώνουμε αξιοσέβαστες ποσότητες κρέατος και ζύθου. Και λίγο πριν πάμε για ύπνο, το κοντέρ στο τέλος της μέρας έγραψε 471 km, σε στεριά, αέρα και θάλασσα!

ΗΜΕΡΑ 5η [Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010 - 776.7 km]…και η Οδύσσεια έλαβε τέλος με ένα Διδυμότειχο Blues

Το πρωινό ξύπνημα μας βρήκε να ετοιμάζουμε τις αποσκευές μας στο ξενοδοχείο της Ορεστιάδας που διανυκτερεύσαμε. Απολαμβάνοντας τον πρωινό καφέ, έπιασα κουβέντα με μια γυναίκα και έναν άντρα, από το προσωπικό του ξενοδοχείου. Αφού λοιπόν τους εξήγησα το πώς βρεθήκαμε στην Ορεστιάδα, έψαχναν αφορμή να με ρωτήσουν κι άλλα πράγματα. Όταν έφτασε η στιγμή να τους πω για τη Σύμη, αμέσως έβγαλαν κάποια ψιλά από το πορτοφόλι τους και μου τα έδωσαν. Και μην απορήσετε, δεν έγινα επαίτης ούτε ζητιάνος, αν και σ’ αυτή την περίοδο κρίσης όπου ζούμε, για τίποτα δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Απλά είχαν ακούσει και αυτοί για τα θαύματα του πολιούχου Αγίου του νησιού και ήθελαν να τους ανάψω ένα κερί στην Ιερά Μονή Πανορμίτη, την επόμενη φορά που θα πήγαινα στο νησί μου. Δεν έχω και την ευχέρεια του λόγου να περιγράψω τα συναισθήματα που ένιωσα για άλλη μια φορά κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού. Πραγματικά, για άλλη μια φορά οι άνθρωποι στο νομό Έβρου, κατάφεραν να με συγκινήσουν με τα τόσο όμορφα λόγια τους για το νησί μου…

Τελοσπάντων, αφήνω στην άκρη τις συγκινήσεις και τα λοιπά συναισθηματικά και συνεχίζω την αφήγηση. Κι αν κουραστήκατε, κάντε λίγη υπομονή ακόμα, όπου να ‘ναι, σε λίγες αράδες, τελειώνει για εσάς η Οδύσσεια των συνόρων, ενώ για εμάς θέλει μερικές ώρες ακόμα! Δεν μπορείτε να πείτε, ε; Τουλάχιστον σκέφτομαι θετικά για εσάς…

Έμειναν ακόμα λίγα χιλιόμετρα μέχρι την Αλεξανδρούπολη, το σημείο που τελειώνει η Οδύσσεια των Συνόρων, κι από ΄κει και πέρα αρχίζει ο δρόμος της επιστροφής. Μόλις φύγαμε από την Ορεστιάδα κατευθυνθήκαμε προς το Διδυμότειχο για να παίξουμε ένα blues…ένα Διδυμότειχο blues!

Βγάλαμε τις απαραίτητες φωτό, σε πινακίδες που γράφουν τη λέξη Διδυμότειχο και στη συνέχεια μπήκαμε μέσα σε αυτό. Το Διδυμότειχο βρίσκεται σε απόσταση μόλις 2 km από την Τουρκία, είναι χτισμένο στη συμβολή των ποταμών Έβρου και Ερυθροποτάμου και ονομάζεται έτσι από τα διπλά τείχη που το περιβάλλουν. Γνωστό επίσης και από το ομώνυμο τραγούδι που αναφέρθηκε πιο πάνω. Εκεί βρίσκεται στη κεντρική πλατεία της πόλης το τέμενος Βογιαζήτ (Μεχμέτ Α’), ένα από τα πιο εντυπωσιακά και μεγαλοπρεπή οθωμανικά τεμένη που υπάρχουν στην Ελλάδα. Φυσικά δεν λειτουργεί σήμερα, αλλά συντηρείται και ανακαινίζεται.


Αμέσως μετά το Διδυμότειχο και τη μελωδία του blues,κατηφορίζαμε προς Αλεξανδρούπολη. Στη διασταύρωση Φέρες – Τουρκία για φωτογραφίες και είδαμε ένα κομβόι από πολλά στρατιωτικά οχήματα τα οποία μετέφεραν τεθωρακισμένα. Το σκηνικό μας έβαλε για λίγο σε κλίμα πολέμου, αλλά αυτό αποτελεί καθημερινότητα για την ευρύτερη περιοχή του Έβρου. Μετά το Σουφλί πλησιάζαμε προς Αλεξανδρούπολη, ο τελευταίος σταθμός της Οδύσσειας. Η Αλεξανδρούπολη μας υποδέχθηκε με την πινακίδα που υποδήλωνε πως είναι η πρώτη πόλη προς την Ευρώπη.

Η Αλεξανδρούπολη είναι μια σύγχρονη μεγαλούπολη, ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και με ιδιαίτερα ευοίωνες προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης στο μέλλον. Συνολικά μέχρι και την Αλεξανδρούπολη είχαμε γράψει 2.202,7 km. Από τη Σαγιάδα, που επί της ουσίας από εκεί ξεκίνησε η Οδύσσεια των Συνόρων μέχρι και την Αλεξανδρούπολη, διανύσαμε 1.549,1 km σε περίπου τρεισήμισι μέρες. Έφτασε λοιπόν η ώρα να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Ήπιαμε τον καφέ μας στον Φάρο, σήμα κατατεθέν της πόλης, χαλαρώσαμε λίγο μέχρι να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής.

Να φύγουμε, να πάμε που; Θυμάστε στην αρχή του κειμένου, το προηγούμενο βράδυ που μαζευτήκαμε όλη η παρέα σε ένα μπαρ και όταν έφτασε η ώρα να τους αποχαιρετήσουμε, όλοι μας χαιρέτησαν εκτός από έναν; Ο Γιώργος ο οποίος μας είπε, “γεια δε λέω, περιμένω απάνω”.O Γιώργος λοιπόν  μας φιλοξένησε πέρσι στη Λίμνη Νικολάου Πλαστήρα για τέσσερις μέρες και φέτος μετά το πέρας της Οδύσσειας, είπαμε αφού μας κάλεσε ας πάμε να ξεκουραστούμε και να χαλαρώσουμε λίγο, στα ξύλινα σπιτάκια που ενοικιάζει στο χωριό Ράφηνα της Λίμνης. Είχαμε ανάγκη μετά από τόσα χιλιόμετρα να αράξουμε λίγο πριν επιστρέψουμε στην Αθήνα και μετά στη Κρήτη.

Αποχαιρετήσαμε την Αλεξανδρούπολη και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, από τη βαρετή Εγνατία. Ήταν η πρώτη φορά που πατήσαμε Εγνατία στο φετινό οδοιπορικό, ένεκα της επιστροφής και της ξεγνοιασιάς που μας περίμενε εκεί. Πρώτη στάση στη πανέμορφη Καβάλα, μια σύντομη βόλτα στη πόλη και το λιμάνι της και μετά πάλι Εγνατία.

Οι περίφημες Καμάρες της Καβάλας, σήμα κατατεθέν της πόλης. Κι όμως αυτές κάποτε αποτελούσαν ένα πρωτότυπο υδραγωγείο(!) που κατασκευάστηκε τον 16ο αιώνα από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή. Είναι ένα θαυμαστό πέτρινο οικοδόμημα με 60 μικρές και μεγάλες ασπίδες, στη κορυφή του οποίου υπάρχει αυλάκι για τη μεταφορά του νερού από τους λόφους στην αρχαία πόλη. Ενίοτε χρησίμευε και για την αμυντική οχύρωση της πόλης... δύο σε ένα δηλαδή! Τελικά ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής έλυσε τη διατύπωση "2 σε 1", πολύ πριν τον... Βιντάλ Σασούν!

Για να κατευθυνθούμε προς Καρδίτσα, αφήσαμε την Εγνατία και μπήκαμε από Κοζάνη προς Γρεβενά και συνεχίσαμε προς Καλαμπάκα και Τρίκαλα. Μόλις αφήσαμε την Εγνατία άρχισε το πανηγύρι των τρελών. Μια διαδρομή που την είχαμε κάνει και πέρσι, άρα λίγο πολύ γνωστή και εν τέλει έγινε το έλα να δεις!Τα τεντέμια ούρλιαζαν μανισμένα αφήνοντας σημάδια από μέταλλο στην άσφαλτο στις κλειστές, αλλά καλοχαραγμένες στροφές και στα πέταλα μέχρι τον Ποταμό Βενέτικο. Είχαμε ενδεχομένως την ανάγκη να ξεδώσουμε και λίγο μετά τα βαρετά και αδιάφορα χιλιόμετρα της Εγνατίας. Στη συνέχεια με το που είδαμε ψηλά στο βάθος τα Μετέωρα, κάναμε την απαραίτητη στάση για τσιγάρο, καθώς μας περίμενε ακόμα πολύς δρόμος. Μετά τα Τρίκαλα κατευθυνθήκαμε προς Καρδίτσα και μετά προς τη Λίμνη. Όσο ανεβαίναμε, άρχισε πλέον να σκοτεινιάζει και νοιώθαμε τη θερμοκρασία να κατεβαίνει. Ελάχιστα σημάδια ομίχλης έκαναν την εμφάνισή τους στο σκοτάδι, χωρίς να εμποδίζουν δραματικά την ορατότητά μας. Λίγο αργότερα μπήκαμε στο χωματόδρομο για τη Ράφηνα και μόλις φτάσαμε στον Γιώργο, έγινε το έλα να δεις. Αφήσαμε άρον-άρον τα πράγματά μας και ο Γιώργος μας πήρε με το αυτοκίνητό του σε ένα πολύ πρώτο σουβλατζίδικο της περιοχής. Προνοητικός ο Γιώργος, ήξερε το τι θα επακολουθούσε και μας πρότεινε να πάμε στο Νεοχώρι με το αυτοκίνητο του και να αφήσουμε τα μοτοσακά να πέσουν νωρίς για ύπνο. Η σουβλακομαχία που ακολούθησε ήταν επική και ο ζύθος έρρεε άφθονος. Μέχρι και με μπύρα λουστήκαμε στο τέλος, όπως οι αγωνιζόμενοι στα GP λούζονται μεταξύ τους με σαμπάνια, εμείς λουστήκαμε με…μπύρα! Αφού καταναλώσαμε αρκετά λίτρα, την ακούσαμε για τα καλά και μετά πήγαμε σαν καλά παιδάκια στο ορμητήριό μας, να κοιμηθούμε όμορφα σαν πουλάκια.

ΗΜΕΡΑ 6η [Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010]…επιτέλους ξεκούραση

Κατά τις οχτώ περίπου το πρωί σηκώθηκα από το κρεβάτι και είδα από το παράθυρο μια ηλιόλουστη μέρα. Είπα να ξανακοιμηθώ και μέχρι να ξαναξυπνήσω, πήγε δυο το μεσημέρι. Τότε μας ξύπνησαν οι δυνατές ψιχάλες της βροχής που έπεφταν στο ξύλινο πολυτελές σπίτι που μέναμε. Σηκωθήκαμε από τα κρεβάτια μας, καθώς μας βγήκε η κούραση όλων των προηγούμενων ημερών, σε συνδυασμό με την χθεσινοβεραδυνή ζυθοποσία. Ήπιαμε τον πρωινό καφέ και στη συνέχεια πήγαμε με την παρέα σε ένα καφέ για να δοκιμάσουμε το περίφημο “ανακατωσούρι”, μια πατέντα του ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου καφέ, με φρέντο καπουτσίνο και αντί για αφρόγαλα περιείχε… νουνού εβαπορέ!!! Πίνοντας λοιπόν το ανακατωσούρι, πιάσαμε τη κουβέντα επί παντός επιστητού.Κυρίαρχα θέματα συζήτησης, ως είθισται σε μια παρέα τεσσάρων αντρών συν τον ιδιοκτήτη, κατείχαν οι γυναίκες και φυσικά οι… μηχανές. Στη συνέχεια ο Γιώργος, μας επέστρεψε στο ορμητήριό μας, και περάσαμε πολύ χαλαρά το υπόλοιπο της ημέρας μας, το οποίο περιελάμβανε τα πάντα πλην οδήγηση μηχανής.

ΗΜΕΡΑ 7η [Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010 - 480 km]…επιστροφή μέσω Καρπενησίου

Αφού λοιπόν ετοιμάσαμε τα πράγματά μας από το προηγούμενο βράδυ, αποχαιρετήσαμε το Γιώργο και με ένα “εις το επανιδείν”, ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την άλλη βόλτα με το καλό. Τόσο στο περσινό, όσο και στο φετινό οδοιπορικό η Λίμνη Πλαστήρα ήταν παρών. Δεν είχε φανεί ακόμα ο ήλιος και οι μοτοσυκλέτες μετά των αναβατών τους ήταν έτοιμες να πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Η συγκεκριμένη επιστροφή κανονικά θα έπρεπε να γίνει από Καρδίτσα, Δομοκό με τις πασίγνωστες στροφές του και μετά τη Λαμία προς Αθήνα. Αυτή τη φορά είπαμε να πάμε μέσω Καρπενησίου και όπως αποδείχθηκε, ήταν ο καλύτερος επίλογος ενός οδοιπορικού τριών χιλιάδων και βάλε χιλιομέτρων. Στο δρόμο προς Καρπενήσι, το τοπίο ήταν καταπράσινο και ουκ ολίγες φορές σταματούσαμε για να πάρουν φωτιά οι φωτογραφικές μηχανές.



Τεχνητή λίμνη Σμόκοβου

Ανεβήκαμε μέχρι το Χιονοδρομικό κέντρο και στη συνέχεια κατηφορίσαμε προς Καρπενήσι, ήπιαμε δυο δυνατούς καφέδες και κατευθυνθήκαμε προς Λαμία. Μετά τη Λαμία η καλοκαιρινή ζέστη κάνει την εμφάνισή της και η επίδρασή της στους οργανισμούς μας ήταν καταλυτική. Κάναμε μια στάση για να δροσιστούμε και όσο πλησιάζαμε στην Αθήνα η ζέστη γινόταν όλο και πιο έντονη. Φυσιολογικό ήταν να καταπονηθούμε αρκετά, αφού είχαμε συνηθίσει τόσες μέρες στα σύνορα με βροχή, ομίχλη και ενίοτε αρκετό κρύο.

Φτάνοντας στο λιμάνι του Πειραιά αποχαιρέτησα τον Γιώργο, καθώς θα έμενε για λίγες μέρες στην Αθήνα προκειμένου να δει τους δικούς του και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για το Ηράκλειο. Σε λίγη ώρα βρέθηκα μεσοπέλαγα ν΄ αρμενίζω και να ‘χω πλώρα τον καημό, καθώς ήθελα αυτή η Οδύσσεια να συνεχιζόταν ακόμα για πολύ. Αλλά με παρηγορούσε που κάτω με περίμεναν φίλοι που περίμεναν με πολύ αγωνία να μάθουν από πρώτο χέρι τις περιπέτειες μας. Αφού κλείσαμε βόλτα με τις μοτοσυκλέτες μας για την επόμενη μέρα, πήγα στην καμπίνα του πλοίου να φρεσκαριστώ και να αποκοιμηθώ με τις εικόνες οχτώ ημερών που περνούσαν σαν κινηματογραφικό φιλμ από μπροστά μου…

Επίλογος

Στους συγκινητικούς και ρομαντικούς επιλόγους δεν τα πάω και τόσο καλά, δεν μου ‘βγαίνει, δεν το ‘χω… πως αλλιώς να το πω βρε παιδί μου; Για όσα έζησα κατά τη διάρκεια της Οδύσσειας των συνόρων και μετά από 3.341,7 km, έχω να πω μόνο τούτα:

Πολλές φορές ο φακός ήταν αδύνατον να απαθανατίσει την ομορφιά του τοπίου, όπως και οι λέξεις να το περιγράψουν. Εύχομαι όσοι περάσετε από εκεί, να έχετε περισσότερο χρόνο από εμάς, έτσι ώστε να μην περάσετε μόνο για να δείτε αυτά τα μέρη, αλλά να τα ζήσετε και να τα χαρείτε. Τόσο αυτά, όσο και τους ανθρώπους τους… τους ντόπιους που με το χαμόγελο στα χείλη μας έδιναν κάθε λογής πληροφορίες, τους αγρότες που μας χαιρετούσαν στο δρόμο, τους αστυνομικούς που σήκωναν το χέρι, όχι για να μας σταματήσουν αλλά για να μας χαιρετήσουν, τους πιτσιρικάδες που φώναζαν “σούζα φίλε, σούζα”, τους ανθρώπους που μας κερνούσαν στο καφενείο, αλλά και τους ανθρώπους εκεί ψηλά στον Έβρο που μόλις μας έβλεπαν σηκωνόντουσαν όλοι από τις καρέκλες του καφενείου, γεμάτοι χαρά μας καλωσόριζαν και μόνο που δεν τσακωνόντουσαν μεταξύ τους για το ποιος θα μας μιλήσει πρώτος… Εμείς απλά, είδαμε αυτά τα μέρη. Εύχομαι ειλικρινά, εσείς αν τύχει και περάσετε από ‘κει, πέραν από τα να τα δείτε απλώς για να τα δείτε, να τα ζήσετε κιόλας, πραγματικά αξίζει το κόπο.


Σχόλια

  1. Μερκούρη τα έχουμε πει και σε πιο προσωπικό επίπεδο αλλά θα ήθελα και από εδώ να σου δώσω τα συγχαρητήριά μου για το ταξίδι σου. Θεωρώ πως ανήκεις στην μικρή κατηγορία μοτοσυκλετών που απολαμβάνεις την μοτοσυκλέτα σου με όλες σου τις αισθήσεις. Θα χαιρόμουν να έβλεπα και άλλα σου ταξιδιωτικά μέσα από το site του Στέλιου. Πάντα όρθιος και πάντα ταξιδιώτης φίλε.

    • Βαγγέλη, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.Δεν ξέρω αν ανήκω σε αυτή την μικρή κατηγορία (τρομάρα μου!) αλλά σίγουρα προσπαθώ να απολαμβάνω όσο μπορώ, τα ποικίλα αισθήματα που προσφέρει η μοτοσυκλέτα και η χρήση της.
      To ταξιδιωτικό κείμενο, ήταν έτοιμο λίγες μέρες μετά το πέρας της Οδύσσειας και ήταν έτοιμο να δημοσιευθεί σε blogs του είδους.Για πολλούς και διάφορους λόγους, δεν το έπραξα.Αργότερα, το ενδιαφέρον και η πρόταση του Στέλιου, ήταν ιδιαίτερα τιμητικά για εμένα, καθώς τον θεωρώ αξιοθαύμαστο, τόσο ως μοτοσυκλετιστή, όσο και ως άνθρωπο.Και φυσικά η χαρά μου ήταν ιδιαίτερη καθώς το ταξιδιωτικό μου, θα δημοσιευόταν στο αγαπημένο moto adventures.Μελλοντικά, όταν καταφέρω πρώτα ο θεός, να κάνω κι άλλα ταξίδια, φυσικά και θα τα δεις στο site του Στέλιου.Έχω ήδη ένα από το 2009, το οποίο είναι μισοτελειωμένο και ελπίζω όταν βρω χρόνο, να το τελειώσω.
      Βαγγέλη και πάλι ευχαριστώ και ανταποδίδω τις ευχές.

  2. Γειά σου Μερκούρη με τα ωραία σου! Οι Καστανιές είναι το ωραιότερο μέρος του πλανήτη εεε; Τα υπόλοιπα από κοντά τρελιάρη! Φιλούμπες

    • Γεια σου Ιάκωβε με τις ταξιδιωτικές προτάσεις σου!Άρδα ήθελα να διασχίσω κι εσύ με έστειλες στον…Αμαζόνιο!
      Περιττό να σου πω, πως η διάσχιση του ποταμού Άρδα, από τα Μαράσια στις Καστανιές, ήταν το highlight της Οδύσσειας.Και χαίρομαι που ήταν δική σου πρόταση για τους λόγους που ανέφερα.
      Και θέλω να ευχαριστήσω κι από ‘δω, τόσο εσένα, όσο και τον Γιώργο, που έχετε αφήσει την πένα σας στο αγαπημένο μου περιοδικό, για τις συμβουλές και τις προτάσεις σας, οι οποίες ήταν πολύτιμες για την πραγματοποίηση αυτού του οδοιπορικού.
      Με μοτοσπορτκουλτουριάρικους χαιρετισμούς…

  3. Στελιο μπραβο για το ωραιο ταξιδι που εκανες και μπραβο που μας ταξιδεψες και μας μεσα απο το αρθρο σου….Ευχομαι παντα ασφαλη και απολαυστικα χιλιομετρα…..

    • Ευχαριστώ Θανάση.Χαίρομαι που κατάφερα να περάσω στο χαρτί (ή στην οθόνη πιο σωστά) έστω και ένα μικρό μέρος από αυτά που έζησα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.Να είσαι καλά, εύχομαι πολλά, όμορφα και προπάντων ασφαλή χιλιόμετρα.

  4. Στο επόμενο…ρίχτε καμία φωνή…μπορεί να μεγαλώσει η παρέα…σύντεκνοι! :)

    • Να είσαι σίγουρος γι΄αυτό, σύντεκνε Κωστή!

  5. ωραιες διαδρομες… ως ”θραξ” καλά σας βγηκε που πηγατε Αισυμη… και φυσικα Δερειο.. ειναι απο τα ωραια μερη.. γενικώς εχω ακολουθησει και εγω μια φορα μονος αυτες τις διαδρομες.. Λίμνη…Λίμνη.α.χαχαχ και ειναι πολύ ωραιες…. ευχαριστω που μου τα ξανθυμισατε !!

    • Themis, ήταν η μοναδική φορά που χαθήκαμε σε τούτο το οδοιπορικό, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν εκείνη τη μέρα.Να φανταστείς πως δεν είχαμε GPS παρά μόνο καλούς χάρτες.Τελικά όπως πολύ σωστά αναφέρεις μας βγήκε σε καλό που βρεθήκαμε κατά λάθος στην Αισύμη.Ο Έβρος είχε αυτό το κάτι που μου έκανε κλικ, κι ελπίζω κάποια στιγμή στο μέλλον να τον εξερευνήσω κι άλλο.
      Χαίρομαι ιδιαίτερα που σου ξαναθύμισα τις διαδρομές κι εύχομαι όμορφα και ασφαλή χιλιόμετρα.


Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Κατηγορίες

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 42 other followers