Κείμενο & Φωτογραφίες: Στέλιος Οικονομάκης, Ιάκωβος Σουργουτσίδης
με μερικές προσθήκες φωτό των υπόλοιπων συνταξιδευτών
Συνταγή για περιπέτεια:
Σιγοβράζουμε για 12 ημέρες 12 κουζουλούς και 2 θεόμουρλες. Προσθέτουμε μερικούς τόνους βρόχινο νερό, κάμποσο χιόνι, 17 ορεινά περάσματα, 2 λάστιχα στα λινά, μια πόρτα αυτοκινήτου στη μούρη, μία οδική βοήθεια και μία πρόταση γάμου. Τέλος ρίχνουμε μερικές σταγόνες από Βενετία, Ίνσμπρουκ και γαρνίρουμε με ένα μουσείο Moto Guzzi. Θα γλείφετε και τα δάκτυλα των ποδιών σας…

Δυο λόγια πριν μπούμε στο κυρίως πιάτο
Η απόφαση για τη φετινή μας εξόρμηση στις Άλπεις είχε βγει πριν καλά-καλά επιστρέψουμε από το περυσινό μας ταξίδι στο Mugello. Η παρέα -σε σχέση με πέρυσι- λαβωμένη και συγχρόνως ανανεωμένη. Στο φετινό γκρουπάκι επικρατούσε μια BMW-Yamahoκρατία. Το ευρωπαϊκό γκρουπ αποτελούνταν από: τον Πατέρα (Μανώλη) συνοδευόμενος φέτος από την Μητέρα (Κούλα) με GS 1200, τον Μητσάρα (Δημήτρη) επίσης με GS 1200, τον Γίγαντα (Κάρλο) με GS 1200 Adventure, τον Γκατζετάκια (Γρηγόρη) επίσης με GS 1200 Adventure, τον Chuck Norris (Γιάννη) με F800ST και τον Μικρό (Ηλία) με S 1000 RR. Το ιαπωνικό γκρουπ αποτελούνταν από: τον Κομπιουτεράκια (Κώστα) με XJ6 600, τον Τραπεζίτη (Γιάννη) με Fazer 600, τον Άι-χέιτ-μπεμβέ (Μερκούρη) με TDM 900, την αφεντιά μου, Ναβιγκέητορ μαν ή Ρέησινγκ φωτόγκραφερ, επίσης με TDM 900 και την Ηλεκτρική Σκούπα ή Τύφλα-να-χει-ο-Κουντέλκα (Ιάκωβο) με Fazer 600. Μόνη παρασπονδία στην BMW-Yamahoκρατία ο Νεαρός (Ορέστης) συνοδευόμενος από τη Νεαρά (Ρούλα) με Suzuki GSX1400.
Ως συνήθως, η σχεδίαση μας κράτησε απασχολημένους για πάνω από 6 μήνες και πριν καλά-καλά το καταλάβουμε, συγκεντρωθήκαμε έξω από το κατάστημα GAS πανέτοιμοι για αναχώρηση.

Παραταχθήκαμε, φωτογραφηθήκαμε (ούτε αποστολή του National Geographic δεν θα έβγαζε τόσες φωτογραφίες) και αναχωρήσαμε για να διανύσουμε τα λιγοστά χιλιόμετρα που μας χωρίζουν με το λιμάνι της Σούδας.
Οι κλασσικές ευχές για καλό ταξίδι έγιναν με τη συνοδεία μαύρης και ξανθιάς Ρεθυμνιακής μπύρας. Και ενώ οι μπύρες διαδεχόταν η μία την άλλη, κάποιοι (ονόματα δεν λέμε, ε Ιάκωβε) αποσύρθηκαν στην καμπίνα τους για κάποια επίδειξη τάπερ….
Όπου βλέπετε αυτή τη διαφορετική γραμματοσειρά, σημαίνει ότι δεν γράφει ο Στέλιος αλλά εγώ. Και ποιος είμαι εγώ; Ο Ιάκωβος, ο συνταξιδιώτης, η Σκούπα που έμενε πάντα πίσω, σχεδόν πάντα δηλαδή-όχι στα γρήγορα κομμάτια, εκεί έμενε ο Γρηγόρης. Θέλω να καταγγείλω ότι με κορόιδευαν που κουβαλούσα ταπεράκια με φαγητό που μου είχε δώσει η κοπέλα μου για το πρώτο βράδυ στο καράβι, αλλά όταν πλήρωσαν τουλάχιστον 15 ευρώ έκαστος για το #$@φαγητό του καραβιού τους κόπηκαν οι πλάκες. Το μπουρέκι και η σαλατούλα μου ήταν σπιτική και σούπερ και την απόλαυσα με την συντροφιά του Κάρλος που έφαγε το μισό. Και είχε και γλυκό με μαύρο αλεύρι και μαύρη ζάχαρη. Όχι παίζουμε…
5 Ιουνίου, Τουρ ντε Πελοπονίζ (χλμ. 342)
View Larger Map
Το καράβι για Βενετία έφευγε στις 23:59 (που λέει ο λόγος δηλαδή) και εμείς έπρεπε να γεμίσουμε κάπως τη μέρα (γιατί τι θα κάναμε στην Πάτρα εάν ξεκινούσαμε κατευθείαν από τον Πειραιά στις 6 το πρωί και φτάναμε εκεί στις 9; Έλα μου ντε). Μία βολτούλα στην Πελοπόννησο δε μας χαλούσε καθόλου. Ευκαιρία να επισκεφτούμε κάποια μέρη τα οποία είχαν αραχνιάσει στην “πρέπει να πάω” λίστα μας. Πρώτος προορισμός η Λίμνη Τσιβλού αφού πρώτα κάνουμε μία μικρή στάση για πρωινό στα ΣΕΑ Μεγάρων και αφότου πληρώσουμε τα τσουχτερά διόδια… 2,20€ οι μοτοσυκλέτες, έλεος ρε παιδιά… (ελληνικό παράδοξο: πληρώνεις διόδια στην Ολυμπία Οδός και καλά, για να ΜΑΖΕΨΟΥΝ λεφτά και να φτιάξουν υποτίθεται το δρόμο. Αυτά που εισέπρατταν τόσα χρόνια τι τα έκαναν; Και πως θα ξέρουμε πότε μάζεψαν αρκετά για να τον τελειώσουν;)
Φτάνοντας στο ύψος της Ακράτας, αφήνουμε την ελληνοστράντα και τραβάμε νότια μέσω μιας γραφικής διαδρομής προς Λίμνη Τσιβλού. Σε σύντομο χρόνο βρισκόμαστε να κυκλώνουμε την λίμνη από χωματόδρομο υποχρεώνοντας τον Ηλία σε μια όχι τόσο ευχάριστη διαδρομή για την μοτοσυκλέτα του. (Γιατί Ηλία παιδί μου, δεν ήταν ωραίο το εντούρο με το S1000RR και τα λάστιχα-γόμες; Ακούγεται μούρλια).


Μερικές τζούρες καφεΐνης και μερικά κιλά κεράσια (Ιάκωβε σταμάτα επιτέλους) (εντάξει, δεν έφαγα και πολλά – έχω φάει και περισσότερα στο παρελθόν αλλά είχα στουμπώσει για μια βδομάδα και τώρα τα έχω μειώσει στα τρία κιλά τη φορά) στο παραλίμνιο καφέ-εστιατόριο ο “Παράδεισος” ήταν αρκετά για να γεμίσουν οι μπαταρίες μας.
Επόμενός μας σταθμός το σπήλαιο των Λιμνών. Μοναδικό στο είδος του, με αλλεπάλληλες κλιμακωτές λίμνες οι οποίες απλώνονται σε τρία επίπεδα και πλαισιώνονται από λαβυρινθώδεις διαδρόμους και παράξενους σταλακτιτικούς σχηματισμούς.
Ανακαλύφθηκε τυχαία το 1964 όταν κάτοικοι του γειτονικού χωριού Καστριά ανέβηκαν με ανεμόσκαλες από ένα καταρράκτη ύψους 9 μέτρων και βρέθηκαν στο 2ο επίπεδο του σπηλαίου. Το επισκέψιμο μέρος του σπηλαίου ανέρχεται στα 500 μέτρα ενώ οι εργασίες αξιοποίησής του συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Οι φωτογραφίες φυσικά απαγορεύονται και οι παρακάτω είναι παρμένες από την ιστοσελίδα του σπηλαίου.

Μελανό σημείο το ακριβό εισιτήριο (9€) καθώς και οι διάδρομοι από τσιμέντο οι οποίοι χαλάνε την κατά τ’ άλλα όμορφη εικόνα του σπηλαίου.

Παίδες το σπήλαιο ήταν μαμιστερό. Μην το χάσετε με τίποτα εάν ποτέ βρεθείτε στα πέριξ. Τις όμορφες εικόνες διέκοπταν οι περίπλοκες ανώμαλες ιστορίες του Κάρλος με κάτι αγόρια τότε που ήταν φαντάρος. Το τι άκουσα παιδιά αυτές τις μέρες του ταξιδιού δεν μπορώ να σας το περιγράψω. Ή μάλλον θα σας τα πω για να με λυπηθείτε και να με συμπονέσετε…
Next stop Πλανητέρο, ένα όμορφο χωριό καλά κρυμμένο σε ένα δάσος από καρυδιές και πλατάνια. Το μοναδικό τοπίο συμπληρώνουν δεκάδες ποταμάκια με ορμητικά νερά από της Πηγές του Aροάνιου ποταμού.


Είναι γεμάτο με γραφικά ταβερνάκια, τα οποία φημίζονται για την πέστροφά τους, η οποία προέρχεται κατευθείαν από τα τοπικά εκτροφεία. Στάση λοιπόν στην ταβέρνα “Πηγές” για να απολαύσουμε την τοπική λιχουδιά αλλά και για να δούμε τα GP που διεξάγονταν στην Καταλονία.

Στα GP δεν λέει να βρέξει αλλά στο Πλανητέρο ανοίγουν οι ουρανοί μόλις αποθέτουμε τα πιρούνια μας. Ναι μεν είχαν πάρει φωτιά αλλά το νερό που έριξε έφτανε για να ξεπλύνει ακόμα και το πενταβρώμικο Fazer του Ιάκωβου.

Μην ακούτε το συκοφάντη και με περάσετε για γρουσούζη, το πλένω το μηχανάκι μου τουλάχιστον 4 (τέσσερις) φορές το χρόνο. Ήταν πεντακάθαρο και γυάλιζε όταν φύγαμε αλλά με τη βρόχα που φάγαμε έγινε πουτάνα. Έχω και φωτογραφίες πριν και μετά για απόδειξη.
Περιμένουμε υπομονετικά να κόψει η βροχή, φοράμε τα αδιάβροχα μας και ξεκινάμε προς Καλάβρυτα. Σε σύντομο χρόνο βρισκόμαστε να παρκάρουμε μπροστά από την ιστορική εκκλησία της πόλης.

Ο Μητροπολιτικός Ναός των Καλαβρύτων, χτίστηκε την περίοδο 1730 – 1750 αλλά στη συνέχεια πυρπολήθηκε από τον Ιμπραήμ, το 1827. Ανοικοδομήθηκε, αλλά καταστράφηκε και πάλι από τους Γερμανούς το 1943. Το ρολόι στο αριστερό κωδωνοστάσιο του, είναι σταματημένο στην ώρα της ναζιστικής θηριωδίας, ενώ στο δεξιό, ένα καινούργιο ρολόι μετρά το χρόνο από την Απελευθέρωση από τους Γερμανούς και μετά.

Απολαμβάνουμε τον καφέ μας σε παραπλήσια καφετέρια, δοκιμάζουμε το γνωστό τους “γαλακτομπούρικο” (προσωπικά θεωρώ των Χανίων ανώτερο… αν δεν παινέψεις το σπίτι σου…).

Να σημειωθεί εδώ ότι ο Γρηγόρης στην αρχή έκανε δηλώσεις του τύπου “μην τα τρώτε αυτά,” “δεν είναι υγιεινά γιατί έχουνε πολλές θερμίδες,” “δεν σας κάνουν καλό” και κάτι τέτοια. Δεν άντεξε όμως πολύ να μας βλέπει να τρώμε και πήγε και χτύπησε 4 (ναι, τέσσερα) για την πλάκα του. Με τέτοιους τύπους κάνουμε παρέα: πάνω απ’ όλα πάντα σταθερούς στις απόψεις τους. Βράχοι ακλόνητοι βρε παιδί μου.

Συνεχίζουμε να περπατάμε τα σοκάκια της πόλης για να βρεθούμε στον ιστορικό σταθμό του οδοντωτού σιδηρόδρομου.

Είναι έργο του Χαρίλαου Τρικούπη και η κατασκευή του ξεκίνησε το 1889 από Γάλλους τεχνικούς, για να ολοκληρωθεί 7 χρόνια μετά. Η γραφική διαδρομή ξεκινά από το Διακοπτό, διασχίζει το φαράγγι του Βουραϊκού περνά το χωριό Ζαχλωρού και καταλήγει στα Καλάβρυτα. Έχει δε το μικρότερο πλάτος γραμμών στην Ευρώπη (0,75μ).

Αφού τα ακούμε κανονικά από κάποιον αγενή κάτοικο για το παράνομο παρκάρισμα των μοτοσυκλετών μας, αντιθέτως με τον δήμαρχο (μάλλον) ο οποίος μας ζήτησε ευγενέστατα να τις μετακινήσουμε, αναχωρούμε για να διανύσουμε την γραφική διαδρομή που μας χωρίζει με την πόλη της Πάτρας. Η κίνηση της μεγαλούπολης μας προσγειώνει απότομα και σημειωτόν οδηγούμαστε για check in στο λιμάνι.
Σε σύντομο χρόνο βρισκόμαστε εντός του πλοίου, τσουγκρίζοντας τις τελευταίες μπύρες επί Ελληνικού εδάφους.
6 Ιουνίου, Κρουαζιέρα θα σε πάω
Θα μπορούσα κάλλιστα να γράψω ολόκληρο βιβλίο με τίτλο “Πως να επιβιώσετε 32 ώρες στην γραμμή Πάτρα-Βενετία” αλλά θα περιοριστώ σε μερικές λέξεις: μαμ, κακά και νάνι…..Ευτυχώς το “27 πανσέληνοι στην ανατολή” του Ηλία Βροχίδη έσωσε αρκετά την άθλια κατάσταση για την οποία αφήνω τον Ιάκωβο να σας την περιγράψει…
Είπαμε να τα λέμε όλα και θα τα πούμε γιατί έτσι πρέπει κι ας μην γουστάρουν μερικοί μερικοί. Να ξέρετε λοιπόν ότι το καράβι, το πλήρωμα και το service του Σοφοκλής Βενιζέλος της ΑΝΕΚ ήταν ανεκδιήγητα. Σε πλήρη αντίθεση με πέρυσι όπου είχαμε πάει στην Τοσκάνη για Mugello και λοιπά και η ΑΝΕΚ ήταν άψογη σε όλα, φέτος δεν τα πήγε καθόλου μα καθόλου καλά. Τα εισιτήρια ακρίβυναν. Το καράβι ήταν παλιό. Οι καμπίνες τραγικές. Μετά από χίλια παράπονα μας άλλαξαν καμπίνες διότι πραγματικά δεν είναι καθόλου αστείο το θέαμα του γίγαντα Κάρλος και του Μήτσου όταν πέφτουν να ξαπλώσουν σε παιδικό κρεβατάκι πεντάχρονου. Για να μπεις στο μπάνιο έπρεπε να φύγουν οι υπόλοιποι 3 συγκάτοικοι από την καμπίνα, ενώ το να αλλάξεις ρούχα ή να βγάλεις κάτι από την τσάντα σου απαιτούσε χρόνια εξάσκησης σε γιόγκα και πιλάτες. Αααα, και δεν τους άλλαξαν όλους αλλά μόνο τους μπρατσαράδες που παραπονέθηκαν. Οι υπόλοιποι τον πούλο. Το φαγητό ήταν θλιβερό και πανάκριβο: ένα πιάτο γιουβέτσι με μοσχάρι και μία μικρή χωριάτικη μου κόστισαν 17€! Ο Πατέρας για δύο μοσχάρια και δύο μπίρες 43€!! Τι να πεις…
Ευτυχώς ο Πατέρας διατηρεί το αστείρευτο χιούμορ του -χωρίς τις περσινές σαχλαμάρες- και παίρνει δώρο στον Μερκούρη μια μινιατούρα BMW R1200GS Adventure.

Ο οποίος Μερκούρης πραγματικά σιχαίνεται και μισεί μέχρι θανάτου τα δικύλινδρα μπόξερ αλλά τι να κάνει στην προκειμένη περίπτωση; Το πήρε με χαρά και συνέχισε την πλάκα αλλά ο θεός ξέρει τώρα σε ποιον υπόνομο βρίσκεται η καημένη η μινιατούρα. Πρόσεχε κακομοίρη μου Μερκούρη γιατί τα ίδια κι ακόμα χειρότερα έλεγε πέρυσι ο Γρηγόρης και τα έθαβε συνεχώς και αδιαλείπτως και είδες τι έπαθε: με το που γύρισε πίσω την επόμενη το είχε αγοράσει!
7 Ιουνίου, Βενετία ή ο βρεγμένος βροχή δεν φοβάται
View Larger Map
Πρωινό ξύπνημα για να απολαύσουμε την Βενετία μέσα από το βαπόρι, καθώς η διαδρομή που ακολουθεί περνάει δίπλα από τα κυριότερα αξιοθέατα. Ο καιρός μουντός αλλά δεν βρέχει…



Η βροχή ξεκινά με το άνοιγμα της μπουκαπόρτας και τα αδιάβροχα βγαίνουν πάλι στην επιφάνεια. Το ξενοδοχείο (Tritone) που έχουμε κλείσει απέχει 9 χιλ. από το λιμάνι και βρίσκεται στην πόλη του Mestre, δηλαδή στην χερσαία πλευρά της Βενετίας. Παρκάρουμε της μοτοσυκλέτες στο παραπλήσιο φυλασσόμενο αλλά ακριβούτσικο πάρκινγκ (12€), αφήνουμε τα πράγματα μας σε φυλασσόμενο χώρο του ξενοδοχείου -καθώς είναι αρκετά νωρίς και τα δωμάτια μας δεν είναι ακόμα διαθέσιμα-, τσιμπολογάμε παράνομα από τον μπουφέ του πρωινού και τραβάμε για να επισκεφτούμε την Βενετία. Το λεωφορείο αναχωρεί ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο μας και το κόστος του είναι 1,20€.
Κατεβαίνουνε στο τέλος της γραμμής, μπροστά στην γέφυρα του Καλατράβα, ή κοινώς Ponte della Costituzione.

Με σχήμα που θυμίζει έντονα ψάρι, είναι η πρώτη σύγχρονη γέφυρα που χτίζεται στην Βενετία τα τελευταία 70 χρόνια. Επιλέγουμε να πάρουμε το βαπορέτο (κόστος 6€) μέχρι την πλατεία του Αγίου Μάρκου και από εκεί να ξεκινήσουμε την περιήγηση μας στην πόλη. Το βαπορέτο κινείται προς 2 κατευθύνσεις και εμείς λανθασμένα επιλέγουμε αυτή που δεν περνάει από κανένα αξιοθέατο, αλλά διασχίζει το επιβατικό λιμάνι της Βενετίας. Ευτυχώς το παίρνουμε χαμπάρι γρήγορα και η Ιταλόφωνη “Μητέρα” αναλαμβάνει να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά. Αλλάζουμε βαπορέτο με το ίδιο εισιτήριο και κατευθυνόμαστε προς την πλατεία του Αγίου Μάρκου θαυμάζοντας τα αξιοθέατα καθοδόν.







Η επιβλητική πλατεία μας αφήνει με τα στόματα ανοιχτά.

Ο κόσμος αδιανόητος. Με δυσκολία καταφέρνουμε να μην χαθούμε μεταξύ μας και κινούμαστε προς το μουσείο Κορρέρ το οποίο έχει κοινό εισιτήριο με το παλάτι των Δόγηδων (12€). Πλησιάζοντας στην είσοδο του μουσείου, η σύμβαση μας με τον καιρό τελειώνει και οι ουρανοί ανοίγουν. Η πλατεία εκκενώνεται σε χρόνο ντε-τε…

Caffe Florian, τo μυθικό καφενείο της Βενετίας όπου σύχναζαν ο Μπάιρον, ο Γκαίτε, ο Προυστ, ο Γκολντόνι, ο Καζανόβα και ο Βάγκνερ
Στο μουσείο μπορεί να θαυμάσει κανείς αγάλματα, περγαμηνές, χάρτες, όπλα, πανοπλίες και διάφορα άλλα ιστορικά εκθέματα της Βενετίας. Οι φωτογραφίες γενικά απαγορεύονται αλλά… στο πιο όμορφο δωμάτιο του μουσείου, η υπάλληλος/φύλακας μας επέτρεψε να φωτογραφίσουμε χωρίς φλας. Ευτυχώς είχα το μικρό τρίποδο μαζί μου…


Αράζουμε για λίγο στο καφέ του μουσείου για να πληρώσουμε χρυσάφι την πρωινή πείνα μας, πειράζουμε την σερβιτόρα η οποία μιλούσε λίγα ελληνικά καθώς ο πρώην της ήταν πατριώτης μας και αναχωρούμε για το παλάτι των Δόγηδων.

Το παλάτι αποτελούσε την οικεία του Δόγη και πήρε τη σημερινή του μορφή έπειτα από δραστικές αλλαγές που έγιναν κατά τη διάρκεια του 14ου με 16ου αιώνα. Σε αυτό μπορεί κανείς να θαυμάσει τα δικαστήρια, τις φυλακές, ένα μικρό αλλά κατατοπιστικό μουσείο με οπλικά εκθέματα και την εντυπωσιακή αίθουσα του Μεγάλου Συμβουλίου η οποία φιλοξενεί ένα από τους μεγαλύτερους πίνακες ζωγραφικής στο κόσμο, τον Παράδεισο, έργο του Τιντορέτο. Η φωτογραφία φυσικά απαγορεύεται στους εσωτερικούς χώρους αλλά το παλάτι διαθέτει και αρκετούς εξωτερικούς.


Ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα του παλατιού, είναι η γέφυρα των στεναγμών (Ponte dei Sospiri). Σχεδιάστηκε από τον Αntonio Kontino στις αρχές του 17ου αιώνα. και ενώνει την παλιά φυλακή και τα δωμάτια των ανακρίσεων του παλατιού του Δόγη, με τη νέα φυλακή που βρισκόταν ακριβώς απέναντι. Υπάρχουν πολλές θεωρίες για την ονομασία της γέφυρας αλλά η επικρατέστερη υποστηρίζει ότι το όνομά της το πήρε από τους στεναγμούς των καταδίκων, οι οποίοι διασχίζοντας την γέφυρα έβλεπαν για τελευταία φορά τον έξω κόσμο. Η δομή της είναι τέτοια που επιτρέπει σε αυτόν που την διασχίζει να βλέπει έξω, αλλά δεν επιτρέπει το ανάποδο.

Όσο επιβλητική είναι η μέσα πλευρά, άλλο τόσο αηδιαστική είναι η έξω. Τεράστιες διαφημίσεις μεγάλων φιρμών σου φέρνουν εμετικές τάσεις, πράγμα που δυστυχώς συμβαίνει σε αρκετά αξιοθέατα της πόλης.

Τέλος παλατιού, τέλος βροχής… ούτε σύμβαση να είχαμε… Ώρα για περίπατο στα στενά της πόλης. Το πιο εύκολο πράγμα είναι να χαθείς στα σοκάκια της Βενετίας, αλλά ταυτόχρονα είναι και ο καλύτερος τρόπος για να την απολαύσεις.

Κάπου στην πορεία η παρέα χωρίζει με τους μισούς να θέλουν να απολαύσουν μια βόλτα με την γόνδολα και τους υπόλοιπους να συνεχίζουν την ποδαράδα.


Οι ποδαράτοι μπαίνουν σε ένα μαγαζί με σουβενίρ. Η ξινή πωλήτρια μας γεμίζει αηδία. Κατευθυνόμαστε προς το εστιατόριο που έχουμε επιλέξει. Είναι ακόμα κλειστό και καθόμαστε στο παραπλήσιο καφέ. Το μαγαζί είναι γεμάτο μέσα και οι σερβιτόρες αρνούνται να μας στρώσουν έξω. Τις υποχρεώνει το αφεντικό και μερικά λεπτά αργότερα όλα τα τραπέζια γεμίζουν.


Ωραία λοιπόν το επιβεβαιώνω: Το μέρος αυτό δεν υπάρχει. Αυτό που έχετε δει σε καρτ ποστάλ, φωτογραφίες, ντοκιμαντέρ και ταινίες αποτυπώνει ένα κλάσμα της παραμυθένιας ομορφιάς της. Το λένε όλοι αλλά είναι πραγματικά απερίγραπτο. Ευχόμαστε σε όλους σας να πάτε με το ταίρι σας και να γιορτάσετε τον έρωτά σας. Προσοχή όμως γιατί δεν είναι όλα ρόδινα: Η έννοια “ποιοτική εξυπηρέτηση πελατών” δεν υπάρχει για τους ντόπιους καταστηματάρχες. Θα πείτε “καλά, σε τόσο τουριστικό μέρος δεν μπορεί να είναι τόσο χάλια” αλλά σας διαβεβαιώνουμε ότι είναι. Επειδή είναι η τουριστικότερη πόλη του κόσμου, έχει τουρίστες όλο το χρόνο βρέξει χιονίσει και νομίζουν ότι έχουν πιάσει τον Πάπα από τα παπάκια του; Δεν ξέρω αλλά είναι αγενείς, θρασύτατοι, αγέλαστοι, σου κάνουν τη χάρη να σε εξυπηρετήσουν εάν θέλουν, και φυσικά όταν το κάνουν σου πιάνουν τον κώλο με χέρια, πόδια και ότι άλλο έχουν.
Εγώ ήμουν στο γκρουπ των περπατητών και το κατευχαριστήθηκα. Όπως πρότεινε το Lonely Planet -τι φανταστικός οδηγός- περπατήσαμε από την πλατεία του Αγίου Μάρκου μέχρι την αγορά του Rialto και πήραμε μια πολύ καλή γεύση της πόλης χαζεύοντας πολλά αξιοθέατα. Οι υπόλοιποι προτίμησαν να πάνε βόλτα με τη γόνδολα -εντάξει ρε παιδιά ο Ορέστης με τη Ρούλα αλλά οι άλλοι 4 μαντράχαλοι τι δουλειά είχατε στη γόνδολα; Πιάσατε και χεράκια; Μην στεναχωριέστε, δεν πρόκειται να σας προδώσω ποτέ Κάρλος, Μήτσο, Ηλία και Γρηγόρη, εγώ ρουφιάνος δεν ήμουν και δεν θα γίνω ποτές.

Πηγαίνουμε στο προτεινόμενο εστιατόριο (Ae Oche) και μας τοποθετούν στο χειρότερο σημείο του μαγαζιού. Ζητάμε να μας αλλάξουν τραπέζι και ενώ το μαγαζί είναι άδειο μας λένε ότι δεν γίνεται. Τους απειλούμε ότι θα γράψουμε κακές κριτικές για αυτούς και ως δια μαγείας βρίσκεται τραπέζι. Κατά τα άλλα το φαγητό ήταν καταπληκτικό σε πολύ καλές τιμές για τα δεδομένα της ακριβής Βενετίας.
Στο λεωφορείο της επιστροφής, συναντιόμαστε με τους υπολοίπους της παρέας και όλοι μαζί τραβάμε για τακτοποίηση και ξεκούραση στο ξενοδοχείο. Αύριο μας περιμένουν οι Δολομιτικές Άλπεις.
8 Ιουνίου, Δολομιτικές Άλπεις ή when the rain begins to fall (χλμ 302)
View Larger Map
Το πρωί δεν βρέχει. Από μια χαραμάδα στα σύννεφα διακρίνονται μερικές ακτίνες ηλίου. Η διάθεση ανεβαίνει κατακόρυφα. Πριν αναχωρήσουμε κάνουμε έφοδο στην αίθουσα του πρωινού. Αφού ισοπεδώνουμε τα πάντα αναχωρούμε ακολουθώντας για λίγα χιλιόμετρα την autostrada. Λάθος επιλογή θα το έλεγα, γιατί η καθυστέρηση για να πληρώσουμε τα 3€ διόδια ήταν μεγαλύτερη από το χρόνο που κερδίσαμε. συνεχίζουμε να κινούμαστε βορειοδυτικά, διασχίζοντας δεκάδες χωριουδάκια. Πρώτη στάση στους επιβλητικούς καταρράκτες Ponte Serra.

Έχουμε ξεκινήσει να σκαρφαλώνουμε τους Δολομίτες. Το τοπίο έχει αλλάξει δραματικά και οι πρώτες όμορφες στροφές κάνουν την εμφάνισή τους. Φτάνουμε στην κορυφή του Passo Cereda (1369m) και οι πρώτες ψιχάλες δεν αργούν να μας συναντήσουν. Οι μυρωδιές μας τραβάνε στο παραπλήσιο καφέ-εστιατόριο αλλά με λύπη μας, μας ανακοινώνουν ότι δεν σερβίρουν άλλους εκτός από τους ένοικους του μικρού ξενώνα.


Καφεδάκι, φωτογραφίες και αναχώρηση μετά ψιχάλας προς το γραφικό Alleghe, κάνοντας μια μικρή παράκαμψη για να το θαυμάσουμε από την απέναντι πλευρά της λίμνης.

Συνεχίζουμε προς Passo Giau (2236 μ) σταματώντας λίγο πριν την ανάβαση για ανεφοδιασμό. Φοράμε αδιάβροχα μιας και η βροχή δυναμώνει και συνεχίζουμε την εκπληκτική στριφτερή διαδρομή που οδηγεί στην κορυφή του περάσματος. Η άσφαλτος, αν και βρεγμένη, σου εμπνέει τέτοια σιγουριά και ασφάλεια που σε κάνει να απορείς συγκρίνοντάς την με την αντίστοιχη δικιά μας. Στάση στο πανέμορφο καφέ στην κορυφή για ζεστή σουπίτσα και καφέ. Ο καιρός μας κάνει την χάρη και ανοίγει για μερικά λεπτά ώστε να τραβήξουμε μερικές φωτογραφίες.




Ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα το τοπίο καλύφτηκε από πυκνή ομίχλη και η βρόχα άρχισε να κάνει “ντου από παντού”.

Θυμάμαι τον εαυτό μου στο καφέ του Passo Giau να σκέφτεται διάφορα σκόρπια πράγματα. Προσπαθούσα να απορροφήσω όλη την ομορφιά που είχα δει μέχρι τότε, στην οποία αν δεν βρεθείς μέσα να δεις δεν μπορείς να καταλάβεις. Μου λέγανε πολλοί ότι “τα βουνά είναι υπέροχα, το πράσινο μαγικό, οι δρόμοι απίστευτοι” και μπούρου μπούρου, και έλεγα από μέσα μου πριν πάω “καλά μωρέ, πως κάνουν έτσι; Εντάξει, πράσινο και δρόμοι, κατάλαβα” Παιδιά καμία σχέση. Αν πας Δολομίτες μία φορά σου κολλάει το μικρόβιο και θες να πηγαίνεις συνέχεια. Το έχεις ανάγκη να ξαναδείς την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια της φύσης, αισθάνεσαι τόσο μέρος της…
Εν τω μεταξύ η παρέα είχε δέσει και ο χαβαλές γινόταν συνεχής με όλο και καλύτερης ποιότητας αστεία. Μην ξεχνάτε ότι όταν ταξιδεύουν τόσα άτομα, δώδεκα μοτοσυκλέτες ζωή να ‘χουμε, απλά πράγματα γίνονται χρονοβόρα: το να βάλουν αδιάβροχα όλοι αυτοί (να τα βρουν στις βαλίτσες, να τα βάλουν, να κάνουν τσιγάρο, να κλείσουν τις βαλίτσες και να φύγουμε) ήθελε περίπου μισάωρο. Οι ανεφοδιασμοί βενζίνης το ίδιο, μισάωρο τουλάχιστον. Εκεί σταματούν τα αρνητικά της μεγάλης παρέας. Τα θετικά είναι απείρως σημαντικότερα με βασικότερο το γεγονός ότι κάνεις παρέα με άτομα εκτός του γνωστού σου κύκλου. Αξιόλογους ανθρώπους όπου το πιθανότερο είναι να μην ξαναδείς ποτέ, αλλά τους δίνεις και παίρνεις απ’ αυτούς σ’ ένα αλισβερίσι πολύ ψυχωφελές. Ρωτήστε τους να δείτε…
Αρκετή ώρα αργότερα, ο καιρός καλμάρει λίγο και αποφασίζουμε πως ήρθε η ώρα για αναχώρηση. Τα 80 χιλιόμετρα συνεχόμενης βροχής ήταν ένα καλό τεστ δοκιμής του αδιάβροχου εξοπλισμού μας. Περνάμε τα αφύλακτα σύνορα Ιταλίας-Αυστρίας και σύντομα βρισκόμαστε στην πόλη της Lienz και στο ξενοδοχείο που έχουμε κλείσει, το Moarhof.

Απλώνουμε όλη μας την πραμάτεια για να στεγνώσει -ευτυχώς το ξενοδοχείο διέθεται στεγνωτήριο για μπότες/γάντια σκι- και τραβάμε για βόλτα στη πόλη. Με μικρές απώλειες καθώς μερικοί είχαν άλλες ορέξεις…
Όλοι έκαναν μπάνιο γρήγορα και πήγαν να δουν την πόλη, όμως εγώ με τον συγκάτοικό μου εκείνης της ημέρας αράξαμε λίγο παραπάνω για να χαλαρώσουμε. Ο Γιαννάκης ο Ξυλούρης είναι ίδιος με μένα σε μερικά πράγματα – του αρέσει η καλοπέραση, αν ήταν αρχαίος θα ήταν μάλλον Αθηναίος και όχι Σπαρτιάτης όπως ο Οικονομάκης που έχει τρελή αυτοπειθαρχία, οργάνωση, τάξη, και μάλλον γουστάρει και μέλανα ζωμό. Έτσι λοιπόν κάναμε τη φιλανδική σάουνά μας, απολαύσαμε το χαμάμ μας εναλλάξ με κρύο ντουζ, έγινε η επιδερμίδα μας απαλή σαν κώλος μωρού και μετά περπατήσαμε να βρούμε τους άλλους.
Το ότι καταλάθος πατήθηκε το μπουτόν άμεσης βοήθειας στην σάουνα και ότι η “άσχημη” ρεσεψιονίστ μπούκαρε άρον-άρον στην σάουνα όπου βρισκόταν οι γυμνοί μαντράχαλοι, κρύφτηκε επιμελώς από την αφήγηση του φίλου Ιάκωβου. Αλλά επειδή εμείς σπίτια δεν κλείνουμε, ας προχωρήσουμε στη συνέχεια του οδοιπορικού μας.

Η μικρή πόλη Lienz είναι πολύ γραφική. Τα περισσότερα σπίτια του δρόμου που περπατάμε είναι μονοκατοικίες με αυλή, γκαζόν και σταύλο στην πίσω πλευρά τους. Μικρά παιδιά παίζουν με τα ζώα, τα γελάδια μασουλάνε ειρηνικά, όλα δείχνουν τόσο απλά και όμορφα.

Οι κάτοικοι δείχνει να ζουν από την κτηνοτροφία η οποία μάλλον πάει καλά γιατί τα χειρότερα αυτοκίνητα είναι κάτι Audi Avant A6 3.0 turbodiesel και κάτι Mercedes Station Wagon. Ξεφτίλα δηλαδή. Ο Ξυλούρης με ρωτάει εάν ποτέ θα μπορούσα να μείνω κάπως έτσι, εννοώντας σε μικρή πόλη, χωρίς πολλές διασκεδάσεις, καφετέριες και νυχτερινή ζωή. Νομίζω ότι μικρότερος δεν θα ήθελα με τίποτα, τώρα όμως το θεωρώ ιδανικό περιβάλλον για να αναθρέψεις παιδιά ώστε να γίνουν σωστοί άνθρωποι. Έχω ένα θέμα με το κρύο, τις βροχές και τα χιόνια όμως, κι έτσι προτιμώ Κρήτη και πάλι Κρήτη. Το πολύ πολύ να φτιάξω ένα σπίτι με αυλή, γκαζόν, και σταύλο στην πίσω πλευρά του. Ίσως του Αγίου Ανήμερα…

Η ώρα είναι ήδη περασμένη αλλά για καλή μας τύχη τα εστιατόρια δεν έχουν κλείσει ακόμα. Ο ταξιδιωτικός οδηγός πρότεινε ορθός το Adlerstuberl, κοντά στο κέντρο της πόλης. Ήταν τέτοια η πείνα μας που οι σερβιτόροι έκαναν σπριντ για να προλαβαίνουν τις παραγγελίες.

9 Ιουνίου, Grossglockner i do… (χλμ 267)
View Larger Map
Το πρωινό υποδειγματικό. Τρώμε τον άμπακο, φτιάχνουμε και 2-3 σάντουιτς -έκαστος- για το δρόμο (πράγμα που κάναμε για πρώτη φορά άλλα έγινε καθημερινή συνήθεια) και τραβάμε για αναχώρηση. Το Fazer του Ιάκωβου όμως έχει διαφορετική γνώμη. Το κλειδί με το ενσωματωμένο χειριστήριο του συναγερμού δεν ενεργοποιεί το immobilizer -μάλλον από τα πολλά νερά που έφαγε χτες- και εν τέλει το βάζουμε μπρος χρησιμοποιώντας τα δεύτερα κλειδιά.
Ξεκινάμε για το ψηλότερο οδικό πέρασμα της Αυστρίας. Ψιχαλίζει ελαφρώς, πράγμα που το έχουμε ήδη συνηθίσει και δεν μας ενοχλεί. Η διάσημη διαδρομή έχει τσουχτερά διόδια, 19€ παρακαλώ, αλλά πιστέψτε με, τα αξίζει και με το παραπάνω. Το τοπίο απλά δεν υπάρχει. Νομίζεις ότι κινείσαι μέσα σε ένα πίνακα ζωγραφικής κάποιου διάσημου ζωγράφου. Τσιμπιέσαι για να δεις αν αυτό που βλέπεις είναι πραγματικό ή κάποιος σου έχει κολλήσει καμιά φωτογραφία στο κράνος. Θα μπορούσα να πω και άλλες “εξυπνάδες” αλλά φτάσαμε στην πρώτη μας στάση η οποία είναι στον παγετώνα Pasterze.

Είναι ο μεγαλύτερος της Αυστρίας με μήκος περίπου 8 χιλ. Η μέτρηση δεν μπορεί να είναι ακριβής γιατί το μήκος του παγετώνα μειώνεται κατά περίπου 10 μέτρα το χρόνο! Το 1851 που μετρήθηκε για πρώτη φορά είχε διπλάσιο μήκος!

Δυστυχώς τα περισσότερα “έξτρα” αξιοθέατα που προσφέρει ο χώρος ήταν κλειστά. Το τελεφερικ/τραινάκι που σε μετέφερε στον παγετώνα λειτουργούσε μόνο τις Κυριακές, ενώ το εντυπωσιακό τούνελ που επεκτεινόταν παράλληλα με τον παγετώνα, ήταν ακόμα υπό συντήρηση. Ήταν όμως ανοικτό -χωρίς φωτισμό- και χρησιμοποιώντας τους δικούς μας φακούς κάναμε μια μικρή -αλλά ολίγον τρομακτική- εξερεύνηση.

Ξανακαβαλάμε τις μοτοσυκλέτες μας και συνεχίζουμε να σκαρφαλώνουμε προς την κορυφή, μέσα από πυκνή ομίχλη και ψιλόβροχο. Παρά το βρεγμένο οδόστρωμα, η άσφαλτος σου εμπνέει τέτοια εμπιστοσύνη που ελάχιστη διαφορά έχει από το στεγνό. Ανηφορίζουμε για αρκετή ώρα, φτάνουμε στο πιο ψηλό σημείο του Grossglockner-Hochalpenstrasse (2405μ) και συνεχίζουμε προς το “Bikers Point” Edelweiss Peak το οποίο βρίσκεται στα 2571μ. Η ομίχλη ακόμα πιο πυκνή, το κρύο τσουχτερό αλλά εμείς έχουμε ένα σκοπό τον οποίο αγνοεί μόνο ένα μέλος της παρέας… Παρκάρουμε, αρπάζουμε φωτογραφικές μηχανές και κάμερες… Ο “Νεαρός” γονατίζει όπως προβλέπεται… and the rest is history…


Ο Ορέστης είναι πολύ μεγάλος μάγκας. Μου ζήτησε ένα μήνα πριν ξεκινήσουμε να τον βοηθήσω να οργανώσει την πρόταση γάμου του στην αγαπημένη του Ρούλα. Δεν ήθελε πολυτέλειες στη λίμνη του Κόμο, ούτε σάχλες στη Βενετία… ήθελε να κάνει κάτι τελείως δικό του. Ήθελε να είναι ιδρωμένος και ταλαιπωρημένος, με τα ρούχα και τις μπότες της μοτοσυκλέτας, στη μέση του πουθενά. Το Glossglockner αποφασίσαμε με τον Εκόνομι ότι ήταν το τέλειο μέρος. Υπολογίζαμε ότι θα ήταν και δεκάδες άλλοι μοτοσυκλετιστές γιατί η περιοχή σφύζει από κόσμο τέτοια εποχή, κάτι στο οποίο δεν είχε καμία αντίρρηση το παλικάρι μας – όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο. Αμ’ έλα μου ντε που δεν υπήρχε άνθρωπος εκεί εκτός από εμάς! Όπως έχει καταγράψει όμως το βίντεο και οι φωτογραφίες, το σκηνικό ήταν υποδειγματικό για την περίσταση: ομίχλη να μη βλέπεις τη μύτη σου, κρύο, ψιλόβροχο, φίλοι, συνταξιδιώτες, περιπέτεια, μυστήριο… Έβγαλε το μονόπετρο κάτω από τη σέλα, πλησίασε τη Ρούλα, έχασε λίγο τα λόγια του ο καημένος, αλλά τελικά τα είπε μια χαρά και συγκίνησε όχι μόνο τον έρωτά του αλλά και πέτσακες όπως ο Κάρλος και ο Μήτσος. Όλα να πάνε ρολόι δικέ μου!


Λόγω κωλόκαιρου το πάρτι συνεχίζεται στο καφέ-εστιατόριο Fuschertorl, το οποίο βρίσκεται στην προηγούμενη κορυφή, στα 2450μ. Η ζεστή σουπίτσα ήταν ότι πρέπει για να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας, αλλά και για να δώσουμε τις θερμές μας ευχές στο νέο ζευγάρι.

Αρκετή ώρα αργότερα παίρνουμε την απόφαση για κάθοδο με τον καιρό να παραμένει στα ίδια χάλια. Για λίγο ευτυχώς, καθώς μερικά χιλιόμετρα ανοίγει και το παιχνίδι με τις στροφές αρχίζει. Η πρόγνωση μάλλον έχει κρατήσει τους περισσότερους μοτοσυκλετιστές μακριά από το πέρασμα, πράγμα που δεν μας χαλάει καθόλου.
Φτάνοντας στην κεντρική αρτηρία κινούμαστε δυτικά για να περάσουμε από ακόμα ένα passo, το Gerlos. Πρώτα όμως, κάνουμε μια στάση στους καταρράκτες Krimml.
Πριν όμως αναφερθώ σε αυτούς, πρέπει να αναφέρω ότι ακριβώς δίπλα στην είσοδο, λειτουργούσε ένα δωρεάν πάρκινγκ για μοτοσυκλέτες το οποίο παρείχε δωρεάν ντουλάπια για την φύλαξη της πραμάτεια μας… Αυτά βλέπεις και νομίζεις πως βρίσκεσαι σε άλλο κόσμο…

Οι καταρράκτες λοιπόν, είναι οι μεγαλύτεροι της Ευρώπης, με 380 μέτρα ύψος. Η υδάτινη ροή κυμαίνεται από περίπου 0,20 έως 5,5 κυβικά μέτρα την ώρα, ανάλογα την εποχή. Το μονοπάτι σε οδηγεί στο σημείο που σκάει ο καταρράκτης, όπου από τη δύναμη του νερού, βρέχει κανονικά. Ευτυχώς λόγω του άστατου καιρού, όλοι φορούσαμε ακόμα τα αδιάβροχα μας!

Συνεχίζουμε στο Gerlos pass (4,50€ διόδια) με τη συνοδεία μπόλικης βροχής. Το πέρασμα δεν μας εντυπωσιάζει. Στενός δρόμος, γεμάτος με καπάκια υπονόμων, τα οποία κατά διαβολική σύμπτωση ήταν πάνω στην ιδανική γραμμή της στροφής. Η λίμνη που βρίσκεται στα αριστερά μας πέρασε απαρατήρητη, καθώς η πυκνή βλάστηση έκρυβε επιμελώς την θέα προς αυτήν.

Εδώ θέλω να πω κάτι για τη βροχή. Όπως και εσείς, την είχα όπως ο διάολος το λιβάνι. Θεωρώ ότι χαλάει τα πάντα: τη διάθεση, την ομορφιά, το στροφιλίκι, την απόλαυση. Βάλε βγάλε αδιάβροχα, ιδρώτας, ταλαιπωρία. Φάγαμε βροχή κάμποσες μέρες, σας πληροφορώ όμως ότι ακόμα κι εγώ που τη μισώ με πάθος, τη συνήθισα και μάλιστα κάποιες φορές τη γούσταρα κιόλας! Επειδή πρώτον, είδα τις Άλπεις στο φυσικό τους σκηνικό και δεύτερον επειδή πηγαίναμε αναγκαστικά αργά και τις είδα! Νομίζω ότι κανείς δεν έχει δει τις Άλπεις όπως εμείς και πραγματικά ευχαριστώ τη βροχή γι΄ αυτό. Άρα δεν ήταν ατυχία, άρα το παρατσούκλι μου “Γκαστόνε” ισχύει ακόμα. Σούπερ!
Η βροχή σταματάει μόλις πιάνουμε πάλι το κεντρικό επαρχιακό δίκτυο, αλλά αρχίζει η κίνηση η οποία και μας ταλαιπωρεί για 20 περίπου χιλιόμετρα μέχρι να πιάσουμε την εθνική οδό. Σαράντα γρήγορα και αδιάφορα χιλιόμετρα μας οδηγούν στο Ίνσμπρουκ και στο ξενοδοχείο που έχουμε κλείσει, το Ibis.
Γρήγορη τακτοποίηση και έξοδο για μάσα καθώς τα στομάχια μας διαμαρτύρονται έντονα. Κάνουμε εσφαλμένα μια βόλτα στον σιδηροδρομικό σταθμό και σε κάτι μυστήρια στενάκια, ψάχνοντας το σωστό δρόμο για την παλιά πόλη. Αν δεν είμαστε ένα τσούρμο γομάρια, σίγουρα θα μας ακούγατε στις ειδήσεις. Anyway, αφού λύνουμε το μυστήριο βοηθούμενοι από την γνώση της Γερμανικής της Ρούλας (2 γυναίκες είχαμε και μας έβγαζαν πάντα από τις δύσκολες καταστάσεις, η μία με την γνώση της Ιταλικής και η άλλη της Γερμανικής), κατευθυνόμαστε προς το πρώτο προτεινόμενο εστιατόριο το οποίο είναι πανάκριβο. Βουρ για το δεύτερο όπου για κακή τύχη των στομαχιών μας η κουζίνα έχει κλείσει. Μας προτείνουν ένα δίπλα στη χρυσή στέγη, στο κυριότερο αξιοθέατο της πόλης.

Μπαίνουμε στο Goldenes Dachl με δισταγμό καθώς η τουριστική του τοποθεσία μας αποθαρρύνει. Πόσο λάθος κάναμε… Το φαγητό υπέροχο και σε φυσιολογικές τιμές. Βέβαια απορώ μερικές φορές με το ελληνικό σύνδρομο ακορεσίας. Αν μας άφηναν ακόμα θα παραγγέλναμε…
10 Ιουνίου, Ίνσμπρουκ μπάι φουτ
Η σημερινή μέρα είναι αφιερωμένη στο όμορφο Ίνσμπρουκ. Είναι τόσα πολλά τα αξιοθέατα που διαθέτει, που μια μέρα δεν είναι αρκετή. Η παρέα και πάλι χωρίζει. Άλλοι θέλουν λιγότερο σάιτ-σίινγκ και άλλοι περισσότερο. Ανήκω στους δεύτερους έτσι θα αφηγηθώ πρώτα την δικιά μας περιπέτεια.
Αποφασίζουμε να αγοράσουμε την Innsbruck Card της οποίας το κόστος είναι 29€ για μία μέρα. Σας ακούγεται ακριβό, όπως ακριβώς ακούστηκε και σε εμάς, αλλά πιστέψτε με, βγάζει τα λεφτά της. Στο τέλος της ημέρας κάναμε κοστολόγιο το πόσο θα πληρώναμε αν δεν είχαμε πάρει την κάρτα και το σύνολο βγήκε στα 57,80€! Για να μην γίνω κουραστικός επαναλαμβάνοντας το τι περιλαμβάνει η κάρτα, ξεκαθαρίζω πως οτιδήποτε επισκεφτήκαμε περιλαμβανόταν σε αυτήν και δίπλα από κάθε τι που θα περιγράψω παρακάτω, θα αναφέρω απλά την τιμή του για να κάνει ο καθένας το κουμάντο του.
Αρχικά λοιπόν κατηφορίζουμε ποδαράτα στο κέντρο της παλαιάς πόλης χαζεύοντας καθοδόν. Πρώτη στάση στη διάσημη Χρυσή Στέγη, το έμβλημα του Ίνσμπρουκ, που βρίσκεται στην πεζοδρομημένη Herzog-Friedrich Strasse.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της “Χρυσής Στέγης” αποτελούν τα 2.657 επιχρυσωμένα κεραμίδια που κοσμούν το γοτθικής αρχιτεκτονικής μπαλκόνι απ’ όπου παρακολουθούσε τα δρώμενα της πόλης ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄. Στο ίδιο κτίριο φιλοξενείται ένα μικρό αλλά αξιόλογο μουσείο αφιερωμένο στον προαναφερόμενο αυτοκράτορα. Κόστος εισόδου 4€ μαζί με audio guide.

Συνεχίζουμε την περιήγηση μας στην πεζοδρομημένη παλαιά πόλη, για να βρεθούμε έξω από τον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Ιακώβου. (Ωραίος Άγιος αυτός!)

Λίγο παραπέρα επιβιβαζόμαστε στο τουριστικό λεωφορείο. Με ημερήσιο εισιτήριο (6€) και με στάσεις έξω από όλα τα αξιοθέατα είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να γυρίσεις την πόλη. Στάση πρώτη, στην πίστα ski-jump Bergisel (είσοδος 8,50€).

Είναι μία από τις μεγαλύτερες πίστες ski-jump στο κόσμο με την ιδιαιτερότητα ότι οι αθλητές που ετοιμάζονται για το άλμα, έχουν θέα ένα νεκροταφείο…

Το εστιατόριο στην κορυφή εκτός του καταπληκτικού φαγητού, προσφέρει μοναδική θέα προς την πόλη.

Κατηφορίζουμε πίσω στο πάρκο και επιβιβαζόμαστε ξανά στο λεωφορείο για να επισκεφτούμε το Schloss Ambras (είσοδος 12€), ένα μεσαιωνικό κάστρο που μετέτρεψε σε παλάτι ο αρχιδούκας Φερδινάνδος B’, όταν έγινε κυβερνήτης του Τιρόλο το 1564.

Στο εσωτερικό του, εκτός από την “Ισπανική Αίθουσα” με το ξυλόγλυπτο ταβάνι, μπορείτε να θαυμάσετε επίσης τις μοναδικές συλλογές Πανοπλίας, Τέχνης και Παράξενων Αντικειμένων, καθώς και σπάνια πορτρέτα των Αψβούργων. Κατά περίεργο τρόπο, η φωτογραφία επιτρεπόταν…




Δυστυχώς η δυνατή βροχή μας απέτρεψε να κάνουμε βόλτα στους διάσημους κήπους του παλατιού. Επιβίβαση λοιπόν ξανά στο λεωφορείο και επιστροφή στην παλαιά πόλη από όπου ξεκινάει το τελεφερίκ για τις κορυφές των Άλπεων (κόστος για ένα τραινάκι και ένα τελεφερίκ 24.30€). Στην μοντέρνα είσοδο του σταθμού συναντιόμαστε με τους υπόλοιπους της παρέας οι οποίοι είχαν ήδη ανέβει πάνω και μερικοί από αυτούς είχαν επιλέξει να κατέβουν με mountain bikes.
Μικρή παρένθεση για να εξηγήσω την δικιά τους ιστορία. Μπαίνοντας στο γραφείο ενοικιάσεως ποδηλάτων ακολουθεί ο εξής διάλογος:
- Γειά σας, θα θέλαμε να νοικιάσουμε 3 mountain bikes.
- Πόσο καιρό ασχολείστε με το άθλημα;
- Είναι η πρώτη φορά που θα κάνουμε…
- Αντίο σας, δεν μπορούμε νοικιάσουμε ποδήλατα…
- Μα… μην ανησυχείτε δεν πρόκειται να πάθουμε τίποτα….
- Η πίστα της κατάβασης κύριοι είναι για έμπειρους αναβάτες…
Μετά από αρκετή πίεση ο πωλητής λυγίζει. Τους απαγορεύει να μπουν στην διαδρομή για έμπειρους και τους υποδεικνύει τον εύκολο δρόμο… που μόνο εύκολος δεν ήταν. Και τελειώνει με το:
- Θα καλέσω τις πρώτες βοήθειες να σας περιμένουν στην έξοδο.

Οι τρεις ποδηλάτες μας λοιπόν ήταν μέσα στις λάσπες αλλά στα πρόσωπα τους ήταν ζωγραφισμένο ένα τεράστιο χαμόγελο, έχοντας φάει και μια κα-τα-πλη-κτι-κή τούμπα την οποία υπόσχομαι να ανεβάσω μόλις βρω χρόνο να επεξεργαστώ τα βίντεο της εκδρομής. Ας είναι καλά ο Νεαρός που έπιασε την βιντεοκάμερα στο κράνος του με ταινία…

Χωρίζουμε πάλι και παίρνοντας ένα τραινάκι και ένα τελεφερίκ φτάνουμε στο πιο ψηλό σημείο. Έτσι νομίζαμε τουλάχιστον καθώς όπως πληροφορηθήκαμε αργότερα από τους υπόλοιπους υπάρχει και ψηλότερο, το οποίο μπορείς να επισκεφτείς παίρνοντας ένα ακόμα τελεφερίκ. Οι φωτογραφίες είναι από τους ρέστους που είδαν ότι εμείς δεν είδαμε.


Η πυκνή ομίχλη που επικρατούσε μας οδήγησε γοργά πίσω στην πόλη για μια τελευταία βόλτα στα σοκάκια της. Ανεβαίνουμε στον πύργο-ρολόι Stadtturm (3€) ο οποίος βρίσκεται παραδίπλα από την Χρυσή Στέγη για να χαζέψουμε την παλιά πόλη από ψηλά.

148 σκαλοπάτια σε οδηγούν στην κορυφή, όπου απολαμβάνεις καταπληκτική θέα, θαυμάζοντας το πόσο περιποιημένες είναι μέχρι και οι ταράτσες της παλιάς πόλης. Ούτε μία κεραία στον ορίζοντα να χαλάει αυτό το αρμονικό σύμπλεγμα κτιρίων.

Για φινάλε περπατήσαμε τον όμορφο εμπορικό πεζόδρομο Maria Theresien Strasse το οποίο κοσμεί η Στήλη της Αγίας Άννας (Αnnasaule), ένα μνημείο που ανεγέρθηκε το 1704 σε ανάμνηση της σθεναρής αντίστασης των κατοίκων του Τιρόλο σε μια εισβολή του βαυαρικού στρατού.

Η βραδιά κλείνει στο ίδιο εστιατόριο που επισκεφτήκαμε και χτες, απολαμβάνοντας τις τοπικές λιχουδιές σε φιλικότατη ατμόσφαιρα.
Οι ρέστοι (είπαμε η παρέα ήταν σε 2 κομμάτια) πήγαν για μάσα σε ένα μοναδικό μπριζολάδικο ονόματι Flojos. Όλα στο τσιγκέλι και οι μερίδες μικρές όπως βλέπετε και στην φώτο που ακολουθεί.

11 Ιουνίου, Οι 4 εποχές του χρόνου σε μία ημέρα (χλμ. 278)
View Larger Map
Ο καιρός μουντός αλλά δεν φαίνεται να το πάει για βροχή. Αναχωρούμε χωρίς αδιάβροχα, ευτυχώς, γιατί πέφτουμε σε τρελό μποτιλιάρισμα στην εθνική οδό προς Ιταλία. Δεν φτάνει η κίνηση, πληρώνουμε και 8€ διόδια για 40 χιλιόμετρα σημειωτόν.
Κινούμαστε από την λωρίδα sos ή ανάμεσα από τα αυτοκίνητα και το κακό δεν αργεί να γίνει. Η πόρτα του προπορευόμενου αυτοκινήτου ανοίγει απότομα όταν ο μπροστινός τροχός της μοτοσυκλέτας μου απέχει μερικά εκατοστά από αυτήν…
Τα κλάσματα του δευτερολέπτου τα θυμάμαι σαν να ήταν αιώνες… Έχω δει την κίνηση του συνοδηγού από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου…. Αναφωνώ “όχι ρε πούστη” ξέροντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το αποφύγω και ανοίγω την γραμμή μου όσο με παίρνει. Το ντουκ δεν αργεί να ακουστεί…. Περίεργως είμαι όρθιος και κοιτώντας στον καθρέπτη βλέπω αρχικά την πόρτα του να έχει ανοίξει λίγο παραπάνω από το κανονικό. Τσεκάρω την βαλίτσα μου…. είναι στη θέση της… Ο συνοδηγός καταφθάνει μιλώντας μου αρχικά στην γλώσσα του. Του απαντώ στα αγγλικά και με αρχίζει στα “sorry” και στα “are you ok”. Τον διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά συνεχίζοντας να τσεκάρω την βαλίτσα. Ευτυχώς η βάση δεν έχει σπάσει αλλά το πλαστικό καπάκι έχει αποκτήσει ένα σκίσιμο 10 περίπου εκατοστών. Μες τη θολούρα μου ζυγίζω τις επιλογές μου…
- Φταίω, γιατί έκανα διήθηση ανάμεσα στα αυτοκίνητα το οποίο απαγορεύεται…
- Φταίει γιατί άνοιξε την πόρτα χωρίς να ελέγξει…
- Μέχρι να έρθει αστυνομία στην μέση του μποτιλιαρίσματος θα βραδιαστούμε (λάθος σκέψη, στην Αυστρία είμαστε όχι στην Ελλάδα)
- Η ζημιά είναι μικρή…
Η απόφαση πάρθηκε τάχιστα. Ανταλλάσσουμε μερικά “ok” και “no problem” πριν καβαλήσω την μοτοσυκλέτα και αποχωρήσω από τον τόπο του εγκλήματος…
Καθώς απομακρύνομαι σκέφτομαι ότι καθ’ όλη την ώρα του ατυχήματος, κανείς μα κανείς δεν βγήκε από το αυτοκίνητό του! Ούτε καν οι υπόλοιποι επιβαίνοντες του οχήματος που προκάλεσε το ατύχημα! Φανταστείτε το ίδιο σκηνικό στην Ελλάδα…
Συνεχίζω με χέρια τρεμάμενα και αυξημένους παλμούς να κάνω διηθήσεις για καμιά 10αρια χιλιόμετρα ακόμα, μέχρι να πιάσουμε Ιταλία, όπου και η κίνηση αραιώνει. Σταματάω για να συγκεντρωθεί το γκρουπ. Ωστόσο είχαμε σπάσει τόσο, που κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα.

Μπαλώνω το σκίσιμο της βαλίτσας όσο καλύτερα μπορώ με ταινία, λέω την ιστορία καμιά δεκαριά φορές και συνεχίζουμε αφήνοντας πίσω την εθνική οδό για να κινηθούμε προς το ηλιόλουστο Jaufenpass (2094 μ). Η ανάβασή του καταπληκτική Τόσο καλή που με κάνει γρήγορα να ξεχάσω το συμβάν και να αφιερωθώ στο όμορφο στροφιλίκι.


Το Jaufenpass τα σπάει! Τι δρόμοι είναι αυτοί ρε πούστη μου. Στροφές με προβλέψιμη και ομοιογενή χάραξη, θετική κλίση πάντα, άσφαλτο γυαλόχαρτο… Ο Παράδεισος ο ίδιος.

Αντιθέτως με την ανάβαση, η κάθοδος έχει τρελή κίνηση και συμβαίνουν τα πάνδεινα Ο Ξυλούρης παραλίγο να αποκτήσει στενές σχέσεις με ένα φορτηγό το οποίο προσπάθησε να του κάνει χώρο για προσπέραση, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον κλείσει, καθώς ο πίσω του τροχός καβάλησε ένα μαντρότοιχο. Ο Μερκούρης παραλίγο να συνεχίσει το ταξίδι του πάνω σε ένα τρέιλερ όταν δεν υπολόγισε σωστά σε μια προσπέραση, αναγκάζοντας ένα αυτοκίνητο που έσερνε τρέιλερ να πλακωθεί στα φρένα, με αποτέλεσμα να διπλώσει το τρέιλερ. Οι υπόλοιποι όλο και κάποιο μπινελίκι αρπάξαμε σε κάποια προσπέραση…
Διανύουμε 80 χιλιόμετρα με κίνηση και ζέστη για να βρεθούμε στους πρόποδες του Stelvio. Ο καιρός μπροστά δείχνει κακός. Το επιβεβαιώνουν και οι μοτοσυκλετιστές που κατεβαίνουν από το passo, οι οποίοι όλοι φοράνε αδιάβροχα… Τους μιμούμαστε λίγο πριν αρχίσει το ψιλόβροχο και συνεχίζουμε ακάθεκτοι κάνοντας μια μικρή στάση για φωτογραφίες λίγο πριν χαθούμε μέσα στα σύννεφα…


Κατεβαίνουν ελάχιστες μοτοσυκλέτες και οι περισσότερες σημειωτόν. Εντυπωσιάζομαι καθώς από μπροστά μου περνάνε δύο μοτοσακά με μηδαμινή ταχύτητα και τα πόδια κάτω στις φουρκέτες! Όσο κουλάδια και να είναι δεν παίζει να έφτασαν έτσι εδώ! Δεν αργούμε όμως να μάθουμε το γιατί. Χιονίζει!!! Όχι νιφάδες, ρίχνει κανονικά. Οι ζελατίνες στα κράνη κάνουν κρούστα! Με το ζόρι φτάνουμε στην κορυφή, παρκάρουμε και κάνουμε ντου στο γειτονικό καφέ-εστιατόριο. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά έχει αρχίσει να το στρώνει. Στις μοτοσυκλέτες μας κάλλιστα μπορείς να φτιάξεις χιονάνθρωπο. Λετ δε φώτο σπικ…






Είμαστε πάνω από μία ώρα αραχτοί στο καφέ και δεν λέει να κόψει. Αρχίζουμε να ανησυχούμε και οι πλάκες του “εδώ θα κοιμηθούμε” φαίνονται να παίρνουν σάρκα και οστά. Πάνω στην ώρα σκάει ένας Ουαλός μοτοσυκλετιστής. Τον ρωτάω και μου λέει ότι 200 μέτρα πιο κάτω δεν χιονίζει. Δίνω σύνθημα και αναχωρούμε. Ο Ουαλός ορθός μίλησε. Δεν χιονίζει αλλά ρίχνει σαλονοτραπεζαρίες. Στρίβουμε προς Umbrailpass. Άγρια ομορφιά, έστω και υπό καταρρακτώδη βροχή. Ούτε σκέψη για στάση στην κορυφή του περάσματος. Κατηφορίζουμε και ο καιρός ηρεμεί λίγο. Ένα κομμάτι του περάσματος είναι χωμάτινο. Μικρό δε, γύρω στο χιλιόμετρο και με καλά πατημένο χώμα. Ο Κάρλος ακούει ένα πολύ δυνατό θρόισμα φύλλων. Πριν συνειδητοποιήσει το τι παίζει, ένας βράχος περνάει ένα μέτρο μπροστά από την μοτοσυκλέτα του! Δεν γίνονται αυτά ρε παιδιά!
Στην συνέχεια ακολουθεί το Offenpass. Υπέροχο στροφιλίκι, μισό στεγνό, μισό βρεγμένο. Στάση στην κορυφή για μια γρήγορη φωτογραφία καθώς έχουμε μουλιάσει από το πολύ νερό που έχουμε φάει και η θερμοκρασία του σώματος έχει πέσει αρκετά από τον αέρα που ξυρίζει.

Πενήντα χιλιόμετρα ακόμα και φτάνουμε το St. Moritz. Πανέμορφη πόλη, χτισμένη δίπλα στην λίμνη του San Murezzan. Το ξενοδοχείο (The Piz) απλά τα σπάει. Ότι πρέπει μετά από μια δύσκολη μέρα. Δεν έχει όμως πάρκινγκ. Ρωτάμε στην ρεσεψιόν και μας δείχνει ένα αυτόματο στα 100 μέτρα. Ξαναρωτάμε το κόστος και μας λέει ότι μιας και είστε μοτοσυκλέτες πάρτε ένα εισιτήριο και περάστε τις υπόλοιπες πλάι από την μπάρα! Για να μην λέτε ότι γίνονται μόνο στην Ελλάδα αυτά.
Τακτοποιούμαστε και τραβάμε για βόλτα στην πόλη. Η θερμοκρασία κυμαίνεται σε μονοψήφιο νούμερο και για να βγούμε έξω φοράμε ότι έχουμε και δεν έχουμε στην βαλίτσα. Η πόλη είναι σαν να την ξεπατίκωσε κανείς από καρτ-ποστάλ. Δεν ξέρω τι λόγια να χρησιμοποιήσω για να την περιγράψω. Νομίζω πως ότι και να πω θα την αδικήσω. Για ακόμα μια φορά σιωπώ λοιπόν και αφήνω τις φωτογραφίες να μιλήσουν αντί εμε…




Για άλλη μια φορά μαζί με τον Ξυλουράκο αργούμε να κατέβουμε επειδή αποφασίσαμε να κάνουμε λίγη γυμναστική στο δωμάτιο. Ο Γιαννάκης είναι ο Jeremy Burgess των ασκήσεων, αν έχετε οποιαδήποτε απορία σε ότι αφορά μυς, γυμναστική, διατροφή κλπ, μην ακούτε γυμναστές, διαιτολόγους και άλλους κομπογιαννίτες: ο Γιάννης τα ξέρει καλύτερα απ’ όλους αυτούς γιατί έχει διαβάσει τα πάντα, μα την Παναγία.. Να τον ακούτε σας λέω. Μετά από κάτι παράξενους κοιλιακούς, ραχιαίους, άλματα και πολλά λίτρα ιδρώτα βγήκαμε κι εμείς να δούμε το ξακουστό χειμερινό θέρετρο St Morritz. Και πιάσαμε και μια επική συζήτηση περί παντός επιστητού. Μιλήσαμε για τις σχέσεις των ανθρώπων, για τις θεωρίες συνομωσίας, για τις διεθνείς λέσχες, τους πονηρούς οργανισμούς, τα περίεργα συνέδρια στα οποία λαμβάνουν μέρος οι ψηλά ιστάμενοι κάθε χώρας, για τα όνειρα, για την ψυχή, για την μετενσάρκωση, για τις θρησκείες… και τι δεν είπαμε. Έτσι, για να μη νομίζετε ότι κοτζάμ μαντράχαλοι μηχανόβιοι μιλάμε μόνο για γκόμενες, μοτοσυκλέτες και ποδόσφαιρο. Όχι πως δεν είπαμε κι απ’ αυτά: έγιναν ομηρικές μάχες R1200GS εναντίον TDM, Ευρωπαίων εναντίον Ιαπώνων, της μουρλοκακομοίρας έγινε. Αυτά είναι τα καλά της αντροπαρέας: ή συζητήσεις υψίστου επιπέδου ή πολύ πολύ χαμηλού. Και γαμώ…
Επιστρέφουμε στην ομώνυμη πιτσαρία που λειτουργούσε στο ισόγειο του ξενοδοχείου για να απολαύσουμε πραγματικά καταπληκτικές πίτσες με τη συνοδεία άφθονης μπύρας.
12 Ιουνίου, Ήλιε μου, ήλιε μου βασιλιά μου (χλμ. 257)
View Larger Map
Οι ακτίνες του ηλίου τρυπώνουν από την χαραμάδα της κουρτίνας. Με ξυπνάνε…. τρίβω τα μάτια μου και τσιμπιέμαι για να δω αν ονειρεύομαι. Σηκώνομαι και τσεκάρω. Ο ουρανός καταγάλανος, ηλιόλουστος. Επιτέλους!
Η διάθεση έχει ανέβει κατακόρυφα σε όλη την ομάδα. Με τάχιστες κινήσεις τρώμε πρωινό, φουλάρουμε τις μοτοσυκλέτες και αναχωρούμε προς Oberalp pass.
Πριν όμως μας περιμένει μια έκπληξη η οποία ακούει στο όνομα Julierpass.



Κατά τη σχεδίαση ούτε που το είχα παρατηρήσει ότι περνάμε και από αυτό το passo. Η στριφτερή διαδρομή σε συνδυασμό με τον υπέροχο καιρό μας οδηγεί σε ένα όμορφο παιχνίδι που δεν θέλουμε να τελειώσει. Το τοπίο δε παραμυθένιο, σαν να βγήκε από την ταινία της Χάιντι.

Σε κάποια τυφλή στροφή όπου πηγαίνουμε “φέτες”, βλέπουμε μπλόκο της τροχαίας. Δεν μας δίνουν σημασία. καθώς ασχολούνται με 2 supersport στα οποία μετράνε το πάχος του πέλματος!
Καλά, μην τον πιστεύετε, το “φέτες” δεν περιγράφει ακριβώς ότι πηγαίναμε με τις ταυτότητες στο στόμα. Τρενάκια του τρόμου η μισή παρέα, ασφαλείς τουρίστες η άλλη μισή. Σε προκαλούν όμως κι αυτοί οι Ελβετοί γαμώτι μου: η άσφαλτος είναι από άλλο πλανήτη, η χάραξη του δρόμου ΦΟΒΕΡΗ, οι στροφές γρήγορες παρατεταμένες χωρίς τυφλές γωνίες, κλεισίματα και άλλες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να προδοθείς, υπάρχει τέτοια διαθέσιμη πρόσφυση που απλώς δεν πέφτεις όσο μα όσο κι αν γείρεις. Θέλω να ξαναπάμε πάλι, ακούτε;

Με το που τελειώνει το passo στρίβουμε προς το φαράγγι του Rheinschlucht. Το πυκνό δάσος μας κρατάει παρέα για αρκετή ώρα μέχρι να πιάσουμε ένα ξέφωτο στο οποίο υπάρχει ένα παρατηρητήριο με πανοραμική θέα.

Το αποκαλούν Grand Canyon της Ελβετίας και μπορεί κανείς να το διασχίσει με τρένο, μέσω μια γραφικότατης διαδρομής, με ποδήλατο, ακολουθώντας ένα από τα δεκάδες μονοπάτια που απλώνονται στις παρυφές των βουνών χαρίζοντας απλόχερα μοναδικές εικόνες και φυσικά κάνοντας rafting στα “άγρια” νερά του ποταμού που το διασχίζει.
Η διαδρομή συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο οδηγώντας μας στην κορυφή του Oberlalp pass. Εμάς και εκατοντάδες άλλους μοτοσυκλετιστές οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την αργία της Κυριακής για να ξεχυθούν στις μοτοσυκλετιστικά διασημότερες διαδρομές της Ευρώπης..

Το κύριο χαρακτηριστικό του Oberalp pass είναι ο κόκκινος φάρος! Τι άλλο θα δούμε… φάρο στα 2044 μέτρα υψόμετρο…

Στο παραπλήσιο καφέ, όπου φυσικά αράζουμε για σύντομη ξεκούραση, υπάρχει και ειδικό “Helm Service” για περιποίηση του κράνους μας….

Η κάθοδος έχει περισσότερη κίνηση αλλά είναι και αυτή απολαυστική.

Στους πρόποδες βρίσκεται το όμορφο Andermatt το οποίο και διασχίζουμε για να βρεθούμε για μερικά χιλιόμετρα στο βόρειο κομμάτι του San Gothard pass, πέρασμα που συμπεριλαμβάνεται στο αυριανό πρόγραμμα. Η κίνηση είναι αυξημένη αλλά σύντομα βρισκόμαστε στην αρχή του Sustenpass. Στάση σε ένα βενζινάδικο όπου περιμένουν πάνω από 20 μοτοσυκλέτες για φουλάρισμα. Μιας και 2-3 θέλουν βενζίνη, διώχνω τους υπόλοιπους και δίνουμε ραντεβού στην κορυφή του περάσματος. Όση ώρα αναμένουμε για βενζίνη περνάνε από μπροστά μας πάνω από 100 μοτοσυκλέτες. Ό,τι μάρκα μπορείς να φανταστείς, ό,τι μοντέλο και με ό,τι εξοπλισμό μπορείς να διανοηθείς. Αν μπορούσα να τις σταματήσω και να τις παρατάξω όλες, θα είχα το πιο πλήρες μοτοσυκλετιστικό μουσείο ever…
Ο λόγος της τρομερής αυτής προσέλευσης δεν είναι άλλος από τον συνδυασμό του υπέροχου περάσματος, το οποίο έχει την ιδιαιτερότητα να έχει ανοικτό στροφιλίκι, και όχι φουρκέτες όπως έχουν τα περισσότερα passa, και του φρεσκοστρωμένου οδοστρώματος. Το υλικό δε που χρησιμοποίησαν για να στρωθεί αυτός ο δρόμος είναι ότι καλύτερο έχω δει ποτέ. Μια μίξη ασφάλτου και τσίχλας ένα πράμα…
Η τρελή κίνηση πάντως εμένα με φόβισε. Απόλαυσα οδηγικά μόνο ένα μικρό κομμάτι που βρήκα κατά περίεργο τρόπο χαλαρό και στη συνέχεια χάζευα το τοπίο.

Το ίδιο ακριβώς έκανε και ο Ιάκωβος, με τη διαφορά πως είχε την φωτογραφική μηχανή στο χέρι.
Ρε γαμώτι, άργησα να το καταλάβω πως αυτός είναι ο σωστός τρόπος να ταξιδεύεις ΑΝ ΔΕΝ ΒΡΕΧΕΙ ΦΥΣΙΚΑ! Από δω και στο εξής φωτογραφική περασμένη χιαστί στον ώμο, έξω από τη θήκη της. Σκωτία σου έρχομαι, θα τραβήξω εκατομμύρια ον μπορντ φωτογραφίες, θα βγάλω το άχτι μου! (Ναι γιατί εκεί δεν βρέχει ποτέ…)



Το γκρουπ μαζεύεται ξανά στην κορυφή του περάσματος (2264 m). Χαζολογάμε το φυσικό “μουσείο μοτοσυκλέτας” και φυσικά τραβάμε φωτογραφίες.




Η κάθοδος ξεκινά με ρυθμούς σημειωτόν. Περνάμε δίπλα από τον παγετώνα Steingletscher και από βλακεία μου δεν σταματάμε. Είχα ξαναπεράσει το 2005 και είχε ένα μόνο καφέ δίπλα στον παγετώνα. Τώρα από τα πολλά μαγαζιά, ο παγετώνας δεν φαίνεται από το δρόμο!
Δεν πτοούμαι όμως καθώς ξέρω ότι το αυριανό πρόγραμμα κρύβει επίσκεψη σε παγετώνα και περπάτημα εντός αυτού χάρις στο τούνελ που έχουν σκάψει οι Ελβετοί. Πράγμα που έχω κρατήσει ως έκπληξη στους συνταξιδιώτες μου.

Συνεχίζουμε και λίγο παρακάτω, δυστυχώς, οι αρχικοί μου φόβοι επιβεβαιώνονται Τα νοήματα των αντιθέτως ερχόμενων οδηγών να ελαττώσουμε ταχύτητα, ισούνται με ένα KTM Supermoto 690, το οποίο έχει καρφώσει πάνω σε ένα Mazda MX5.

Έχει κόψει το μπροστινό!, αλλά ευτυχώς ο οδηγός φαίνεται να είναι καλά. Τυχερός μέσα στην ατυχία του, απογειώθηκε πάνω από το αυτοκίνητο και έσκασε σε ένα ξέφωτο με γκαζόν.

Η συνέχεια με ακόμα πιο χαλαρούς ρυθμούς και πορεία προς Interlaken. Για να το προσεγγίσουμε κάνουμε μια μικρή παρανομία, διανύοντας 18 χιλιόμετρα εθνικής οδού χωρίς να έχουμε κάρτες διοδίων. Το διακινδυνέψαμε καθώς ξέραμε ότι η διαδρομή αποτελείται από συνεχόμενα τούνελ και δύσκολα θα πετυχαίναμε κάποιο μπλόκο.
Φτάνουμε στο παραδοσιακό ξενοδοχείο (Hirtchen) το οποίο ήταν μεν όμορφο εξωτερικά αλλά εσωτερικά φώναζε πως θέλω ανακαίνιση Τα δωμάτια δε ήταν υπερβολικά χαμηλοτάβανα και οποιοσδήποτε με ύψος πάνω από 1.80 γέμιζε σίγουρα με καρούμπαλα. Για ένα βράδυ πάντως, μια χαρά ήταν.
Τακτοποιούμαστε και βουρ για εξερεύνηση της πόλης. Είναι η τρίτη φορά που επισκέπτομαι την πόλη -τελευταία το 2006- και ενώ την θεωρούσα από τις πιο όμορφες, απογοητεύτηκα εντελώς. Δεν έγινε άσχημη ξαφνικά, αλλά από την υπερβολική τουριστικοποίησή της, βαδίζει με γοργούς ρυθμούς προς την καταστροφή. Ας ρίξω πρώτα μερικές φώτο από τα όμορφα πριν πιάσω τα άσχημα….


Το αλλοτινό κέλτικο χωριό βρίσκεται σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία και συγκεκριμένα όπως προδίδει το όνομά του “ανάμεσα στις λίμνες” Brienz και Thun. Σε δεκάδες ταξιδιωτικούς οδηγούς, αναφέρεται και ως πρωτεύουσα της περιπέτειας καθώς η επιλογές σε τέτοιου είδους σπορ, είναι δεκάδες. Παραπέντε ξεκινούν από τις κορυφές πάνω από την πόλη και προσγειώνονται στην μεγάλη πλατεία του χωριού (140 στρέμματα παρακαλώ).

Rafting και canyoning σε όλα τα επίπεδα δυσκολίας πραγματοποιούνται στα δεκάδες ορμητικά ποτάμια τα οποία χύνονται στις λίμνες που περιβάλουν την πόλη. Οι επιλογές ακόμα περιλαμβάνουν, πεζοπορίες στα γύρω δάση αλλά και στις κορυφές, σκι κατά τους χειμερινούς μήνες, skydiving, bungee και canyon jumping και ότι άλλο περιλαμβάνεται στον κατάλογο των extreme sports.

Hotel Victoria, σήμα κατατεθέν της πόλης

Όμως όπου σκάει πολύ τουρισμός, αρχίζει και η άναρχη ανάπτυξη. Τσιμέντο έχει αρχίσει να πλαισιώνει τα παραδοσιακά κτίρια και “τουριστικά” μαγαζιά αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια.

Αφού αλωνίζουμε με τις ώρες την πόλη, επιστρέφουμε στην εκπληκτική ταβέρνα του ξενοδοχείου παρέα με φοντί, τοπικά εδέσματα και άφθονη μπύρα. Ο λογαριασμός που ήρθε μας προσγείωσε απότομα, αλλά γενικά στην Ελβετία το φαγητό είναι πανάκριβο.

13 Ιουνίου, Οι δρόμοι της βροχής (χλμ 342)
View Larger Map
Το πρωί προσπαθούμε να αποφύγουμε την εθνική οδό για να μην παίζουμε με την φωτιά αλλά βρισκόμαστε να κάνουμε κύκλους στο Interlaken. Ξανα-παρανομούμε ακολουθώντας για λίγο την διαδρομή που μας έφερε στην πόλη εχτές, για να στρίψουμε λίγο πριν το Sustenpass προς Grimsel pass (2165 m). Περιττό να αναφέρω ότι ο καιρός και πάλι έτριζε τα δόντια του. Έκανε χτες το διάλειμμά του, μην είμαστε και αχάριστοι.
Το πρώτο κομμάτι του Grimsel είναι μεν στεγνό αλλά έχει κίνηση. Καταφέρνω να προσπεράσω μερικά οχήματα και να απολαύσω ένα κομμάτι, κάνοντας στάση στην πρώτη τεχνητή λίμνη, λίγο πιο κάτω από τα σύννεφα.


Έλα Ιάκωβε, τους έχεις....


Έχω διαβάσει στο διαδίκτυο ότι πρέπει να είσαι υπερβολικά τυχερός για να πετύχεις το συγκεκριμένο πέρασμα με καθαρό καιρό. Οι γνώστες λένε ότι αν δεν βρέχει, θα χιονίζει! Είναι η 2η φορά που βρίσκομαι στο Grimsel και την προηγούμενη έριχνε χαλάζι αλλά είχε καθαρό ορίζοντα. Τώρα δεν βρέχει -μια πούδρα από την υγρασία την έχει πάντως- και δεν βλέπεις την τύφλα σου από την ομίχλη.

Στην κορυφή σταματάω για να δω αν όλοι ακολουθούν -ούτε τον πίσω μου δεν έβλεπα- και τους διώχνω προς την κάθοδο, καθώς η πυκνή ομίχλη κάνει τη στάση άσκοπη. Παρόλα αυτά, καταφέρνω να τραβήξω δύο φωτογραφίες από τα διάσημα μοτο-ομοιώματα…


Το ποδηλατικό Tour de Swiss περνάει από το Grimsel σήμερα και ήδη δεκάδες campers έχουν πάρει θέση. Δεν έχω ιδέα τι ώρα θα σκάσουν και αν κλείσουν τον δρόμο… Βιάζομαι να φύγω από το passo, αλλά με πιάνει ένα φανάρι έργων στο οποίο περιμένω 5 λεπτά! Τουλάχιστον έβγαλα μια φωτογραφία…

Ανησυχώ όμως για ένα άλλο λόγο. Όπως προανέφερα, έχω κρατήσει μια έκπληξη στους συνταξιδευτές μου η οποία δεν απέχει αρκετά χιλιόμετρα και αν δεν με περιμένουν, πολύ χλωμό να μπορέσω να τους προλάβω. Σκέφτομαι όμως θετικά… θα με περιμένουν…
Κι όμως… φτάνοντας στην διασταύρωση για Furka, βλέπω μόνο τον Κώστα ο οποίος με ενημερώνει ότι οι άλλοι έχουν φύγει πριν κανά 5λεπτο… Γμτ μου.. Φεύγω σφαίρα μπας και τους προλάβω. Ανεβαίνω σαν τρελός… Το πισινό μου έχει φύγει σε τέσσερις συνεχόμενες στροφές… Αυτοχαστουκίζομαι και σιγομουρμουρίζω “Δεν λέει να σκοτωθείς Στέλιο, αν τους προλάβεις έχει καλώς”. Απ’ την άλλη δεν θέλω να χάσουν την έκπληξη. Εν τέλει χαλαρώνω λίγο το ρυθμό μου, αλλά συνεχίζω να πηγαίνω γρήγορα. Φτάνω στο παρκινγκ πάνω από τον παγετώνα, δίπλα στο γραφικό ξενοδοχείο Belvedere, αλλά είμαι μόνος και έρημος…
Καλώ τον Γρηγόρη που έχει μπλε δόντι -blue tooth βρε- και ακούει το τηλέφωνο. Τι βλάκας που ήμουνα να μην το σκεφτώ νωρίτερα! Απαντάει ότι είναι ήδη πολύ μακριά και δίνουμε ραντεβού στο Gothard..
Ώσπου να έρθει ο Κώστας και ο Ιάκωβος, ο οποίος είχε μείνει ακόμα πιο πίσω, τραβάω ένα πανόραμα του Furka και ότι φαίνεται από το συννεφιασμένο Grimsel.

Πάμε να δούμε την έκπληξη οι τρεις μας. Ένα τούνελ σκαμμένο μέσα στον παγετώνα! Εντυπωσιακότατο, όπως και οι φωτογραφίες (είσοδος: 6€).

Είχα πει του Πατέρα ότι δεν θα του πω τίποτα για το τούνελ γιατί ήταν από τα τοπ αξιοθέατα του ταξιδιού που ήθελε να δει και δεν ήθελε να τον πληγώσω. Γι’ αυτό λοιπόν δεν θα του πω πόσο γαμάτο ήτανε, ούτε ότι ήτανε από τις πιο όμορφες εικόνες που έχω δει στη ζωή μου. Ούτε θα του πω ότι έχασε, είμαι καλό παιδί εγώ…



Ανηφορίζουμε προς Furka. Μια γρήγορη φώτο και συνέχεια προς San Gothard.

Η βροχή κοπάζει λίγο αλλά οι τύψεις που δεν κατάφεραν οι άλλοι να δουν τον παγετώνα με τρώνε. Πρέπει να είναι το μοναδικό σημείο της εκδρομής που δεν θυμάμαι καθόλου πως ήταν. Μόνο το πέρασμα από το παλιό κομμάτι του San Gothard θυμάμαι. Και για αυτό φταίει ο πλακόστρωτος δρόμος.

Η φώτο είναι του Μερκούρη που το πρόλαβε πριν πλακώσουν τα σύννεφα
Όσο ανηφορίζουμε τόσο πυκνώνει η ομίχλη. Έχουμε φτάσει σε σημείο να κινούμαστε σημειωτόν. Φτάνουμε στην κορυφή και βρίσκουμε τους άλλους. Σύντομη στάση για να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας και φυσικά για καμιά φώτο. Ό,τι μπορούμε να διακρίνουμε δηλαδή.



Respect!!!
Συνεχίζουμε προς Ιταλία μένοντας εκτός εθνικής οδού. Μέχρι το Lugano η κίνηση είναι υποφερτή. Η θερμοκρασία έχει ανέβει και τα αδιάβροχα -επιτέλους- έχουν πάρει θέση στις αποσκευές μας. Η διαδρομή δίπλα στη λίμνη του Lugano είναι πήχτρα στην κίνηση και ο στενός δρόμος δεν επιτρέπει προσπεράσεις. Με τα πολλά φτάνουμε στη λίμνη Como και αρχίζουμε να την κυκλώνουμε από την βορινή πλευρά. Ευτυχώς δεν έχει πολλή κίνηση.
Κι αυτή η διαδρομή είναι από τις ομορφότερες που έχω περάσει στη ζωή μου. Ο δρόμος είναι συνεχώς παραλιακός και ο συνδυασμός των βουνών και της λίμνης με τα υπέροχα σπίτια στις όχθες είναι μοναδικός. Εάν δεν πας δεν πρόκειται να καταλάβεις και σε καταλαβαίνω απόλυτα.

Μικρή στάση σε ένα πάρκινγκ για αναπλήρωση υγρών και συνέχεια της κυκλικής μας πορείας. Η διαδρομή στην ανατολική πλευρά τη λίμνης αποτελείται από συνεχόμενα μεγάλα τούνελ με 2 λωρίδες από κατεύθυνση. Οι ταχύτητες ανεβαίνουν και σε σύντομο χρόνο βρισκόμαστε στο Lecco. Μπερδευόμαστε λίγο καθώς το γκρουπ έχει σπάσει σε 2 κομμάτια και έχουμε βγει από διαφορετικές εξόδους, αλλά με τόσα navigator μέχρι και η Νικολούλη θα είχε μείνει άνεργη. Συναντιόμαστε ξανά στο όμορφο ξενοδοχείο Bellavista, μερικά χιλιόμετρα έξω από την πόλη και πάνω στη λίμνη. Η θέα μοναδική.


Κατά το παρκάρισμα παρατηρούμε ότι το λάστιχο του Ορέστη είναι στα λινά. Το μηχανάκι του μένει στο γκαράζ του ξενοδοχείου και αφότου τακτοποιούμαστε τάχιστα, οδεύουμε για περίπατο στην παλιά πόλη του Lecco.



Οι πληροφορίες μας λένε ότι για φαγητό πρέπει να πάμε στο Pontile. Οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου μας το επιβεβαιώνουν, συμπληρώνοντας ότι είναι το καλύτερο εστιατόριο στην πόλη. Προθυμοποιούνται δε να κάνουν κράτηση για εμάς.
Για να πω την αλήθεια, εξωτερικά το εστιατόριο δεν σου γέμιζε το μάτι. Αλλά η διαδικασία του δείπνου μας θύμιζε κάτι από γευσιγνωσία. Ο ηλικιωμένος σερβιτόρος-ιδιοκτήτης με τα γνήσια Ιταλικά χαρακτηριστικά, έκοβε τις μερίδες σε ένα δίσκο με ροδάκια και τις σέρβιρε κατευθείαν στο πιάτο μας. Οι κινήσεις του ήταν χειρουργικές, με απόλυτη ακρίβεια. Ποτέ δεν χρειάστηκε διορθωτική κίνηση, τόσο για να πιάσει το κρέας μέσα από τις μεγάλες κατσαρόλες, όσο και για να το κόψει με ακρίβεια σε φιλέτα που θα ζήλευαν και τα καλύτερα παχύμετρα ακριβείας.

14 Ιουνίου, Μουσείο-πάσο-λίμνο-περιπέτειες (χλμ 320)
View Larger Map
Για πρωινό είχαμε κανονίσει επίσκεψη στο μουσείο της Moto Guzzi. Το ωράριο επίσκεψης ήταν χάλια, 15:00-16:00 καθημερινά εκτός ΣΚ, αλλά εμείς είχαμε ανταλλάξει μερικά emails -εκμεταλλευόμενοι τις γνωριμίες του Ιάκωβου από την αποστολή του περιοδικού Moto στην Ιταλία για τα test drives των Norge και Stelvio- και είχαμε την υπόσχεση ότι θα άνοιγε για εμάς το πρωί.
Φτάνουμε έξω από το μουσείο, το οποίο βρίσκεται στην πόλη Mandello Del Lario, 9 χιλιόμετρα βόρεια του Lecco, συνεννοούμαστε με τον φύλακα και τραβάμε εντός του μουσείου.

Δυστυχώς δεν θα μπορέσουμε να δούμε το εργοστάσιο γιατί μεταφέρονται σε νέες εγκαταστάσεις και ετοιμάζονται πυρετωδώς για το “grand opening”, όπως ακριβώς μας ανέφερε. Αρκούμαστε με το πλήρες μουσείο.

Αρχικά λίγο στόρι… Όχι λαβ στόρι αλλά Moto Guzzi στόρι. Copy/paste από το motoguzziclub.gr
Ο Carlo Guzzi γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1889 και φανέρωσε σύντομα την κλίση του στα μηχανολογικά και τις μοτοσικλέτες, με τα μυστήρια των κινητήρων εσωτερικής καύσης να του αποκαλύπτονται από μερακλήδες μηχανουργούς, γύρω από τη λίμνη Como.
Ο Giorgio Parodi γεννήθηκε στη Γένοβα από πλούσια οικογένεια εφοπλιστών.
Ο Giovanni Ravelli γεννήθηκε στη Brescia και σε μικρή ηλικία λόγω του πάθους του για τα δίτροχα πέρασε στους αγώνες.
Ο Ravelli με τον Guzzi έγιναν φίλοι μέσω της αγάπης τους για την μηχανολογία. Ο Ravelli με τον Parodi συνδέθηκαν λόγω του ότι ήταν και οι δύο πιλότοι και αγαπούσαν τις μοτοσικλέτες. Ο Ravelli έγινε ο συνδετικός κρίκος των τριών. Οι δύο θα σχεδίαζαν και θα κατασκεύαζαν (Guzzi- Parodi), o τελευταίος θα οδηγούσε. Ο Parodi τους έπεισε πως θα μπορούσε να πείσει τον εφοπλιστή πατέρα του να τους χρηματοδοτήσει. Στο μεταξύ η οικογένεια του Guzzi είχε μετακομίσει στο Mandello del Lario, τόπος όπου εγκαταστάθηκε το εργοστάσιο της εταιρείας.

Τα σχέδια των τριών φίλων πραγματοποιήθηκαν εν μέρει. Μπορεί ο Parodi να έπεισε τον πατέρα του για οικονομική στήριξη των σχεδίων τους αλλά ο Ravelli σκοτώθηκε το 1918 σε αεροπορικό ατύχημα.

Ο Emanuele Parodi βοήθησε τον γιό του και τον Carlo Guzzi, δίνοντάς τους 2000 λιρέτες να ξεκινήσουν παρουσιάζοντας σε μερικούς μήνες ένα πρωτότυπο τετράχρονο 500, 12hp, τελικής 100km/h, με αρκετές καινοτομίες. Ο ένας κύλινδρος ήταν οριζόντια τοποθετημένος και αερόψυκτος, με έναν εκκεντροφόρο επικεφαλής και 4 βαλβίδες. Μπροστινό φρένο δεν είχε…(!!!) παρά μόνο πίσω, το οποίο έχοντας 4 σιαγώνες ενεργοποιείτο από πεντάλ αριστερά αλλά και από τη δεξιά μανέτα του τιμονιού !!!

Ο πατέρας Parodi εντυπωσιάζεται από τις ικανότητες του C.Guzzi και αποφασίζει να τους βοηθήσει. Δεν τους προτρέπει να συνεχίσουν να ονομάζουν τις μοτοσικλέτες τους “G.P” (Guzzi-Parodi….έλεγε ότι έμοιαζε με τα αρχικά του γιού του-Giorgio Parodi) και προτείνει να ονομάσουν την εταιρεία Moto Guzzi (Societa Anonima), έτσι ώστε σε περίπτωση αποτυχίας να μην συνδεθεί με το όνομά του.

Σήμα της εταιρείας, που ιδρύθηκε στις 15 Μαρτίου του 1921 αποφασίζεται –προς τιμή του φίλου τους Ravelli- να είναι ο αετός της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Το πρώτο μοντέλο πάνω στο ρεζερβουάρ του οποίου εμφανίζεται ο αετός είναι το Normale των 8hp και 80 km/h τελικής. Για να διαφημιστεί η μοτοσικλέτα, ο ίδιος ο Carlo Guzzi τρέχει τον Μάιο του 1921 στον αγώνα αντοχής στους δημόσιους δρόμους Μιλάνο-Νάπολι και τερματίζει 20ος, ενώ 4 μήνες αργότερα ο Gino Finzi κερδίζει με Moto Guzzi τον περίφημο αγώνα Targa Florio. Θα ακολουθήσουν 3.328 ακόμα διεθνείς πρωτιές. Από το 1921 μέχρι και το 1957 θα κατακτηθούν 14 παγκόσμιοι τίτλοι. Η γνώση από τους αγώνες περνάει και στα μοντέλα παραγωγής.

Η εντύπωση που μας αφήνει το μουσείο είναι διφορούμενη. Από τη μία τα εκθέματα είναι απεριποίητα, σκουριασμένα, λερωμένα αλλά από την άλλη μήπως οι Γκουζαίοι θέλουν να μας πουν κάτι; Κάτι διαφορετικό από ότι όλοι οι υπόλοιποι λανσάρουν στα χλιδάτα, καλογυαλισμένα τους μουσεία;

Άξιο αναφοράς είναι ότι το γεγονό να ανοίξουν το μουσείο ειδικά για εμάς δείχνει σεβασμό προς τον “φίλο” μοτοσυκλετιστή. Η απάντησή τους στα emails ήταν και αυτή ομοίως φιλόξενη: “Φυσικά και θα ανοίξουμε το μουσείο για κάποιους που έρχονται από τόσο μακριά για να το επισκεφτούν”. Και για να προλάβω τις κακές γλώσσες, δεν είχε εισιτήριο…

Πριν κλείσω με το θέμα του μουσείου θα βάλω μερικές φωτογραφίες που μας προξένησαν θαυμασμό αλλά και γέλιο, και προς θεού, δεν είναι ο σκοπός μου να θίξω την εταιρία. Μην ξεχνάτε πως μιλάμε για μοτοσυκλέτες οι οποίες είναι κατασκευασμένες πριν από ~100 χρόνια.

Για να βλέπει ο σκυφτός οδηγός τα κόκκινα του στροφόμετρου! Αυτό είναι σίγουρα ελληνική πατέντα!
Back to the road, ακολουθώντας αρχικά την διάσημη παραλίμνια διαδρομή ανατολικά της λίμνης Como, μέχρι το πιο βορινό της σημείο. Περίεργως δεν έχει κίνηση και η διαδρομή είναι απολαυστική. Η συνέχεια όμως δεν είναι ανάλογη. Για περίπου 60 χιλιόμετρα μπλεκόμαστε με την κίνηση, μέχρι και λίγο μετά το Sondrio, όπου στρίβουμε για να απολαύσουμε το Passo Aprica (1181 m). Η ανάβασή του μαγική, με άριστη άσφαλτο και ανοιχτό στροφιλίκι. Η κατάβαση μέσα από ένα πανέμορφο δάσος αλλά με πιο στενό δρόμο, ο οποίος δεν σου επιτρέπει να κινηθείς στους ίδιους ρυθμούς. Στάση στην κάθοδο για ανασυγκρότηση όπου παρατηρούμε ότι στο πίσω λάστιχο στο F800 του Γιάννη έχουν αρχίσει να φαίνονται τα λινά.

Το ότι Γιάννης και Ηλίας είχαν ανταλλάξει μοτοσυκλέτες κατά την ανάβαση του passo Aprica, το θεωρήσαμε τυχαία σύμπτωση…
Επόμενο passo, το passo Crocedomini (1938 m). Η ανάβασή του όχι κακή αλλά μη συγκρίσιμη με του Aprica. Ίσως πάλι το αδικούμε γιατί η διαφορά είναι χαοτική. Πάντως υπερτερεί στο τοπίο, ειδικά στην κατάβαση. Πρώτα όμως στάση εις την κορφή όπου ο καιρός κλείνει επικίνδυνα.

Η βροχή δεν αργεί να ξεκινήσει αλλά δεν το κρατάει για πολύ. Ίσα-ίσα για να βάλουμε τα αδιάβροχα τα οποία βγάλαμε μερικές στροφές παρακάτω.

Όπως προανέφερα η κατάβαση του περάσματος είναι απλά εκπληκτική.

Περνάμε δίπλα από το πανέμορφο Bagolino και συνεχίζουμε για να βρεθούμε πάνω από την λίμνη Idro.

Μια γρήγορη φωτογραφία και πορεία προς τη λίμνη Garda και συγκεκριμένα για Sirmione. Λίγο πριν το τελικό μας προορισμό αναζητούμε κάποιο βουλκανιζατέρ μπας και βρούμε λάστιχα για τους “λαβωμένους” της παρέας.
Τζίφος, ο ένας μας στέλνει στον άλλο και στην καλύτερη περίπτωση πήραμε απάντηση ότι μπορεί να μας βρει την επόμενη το πρωί. Δυστυχώς δεν έχουμε το χρόνο καθώς λόγω συνεργασίας ANEK και Superfast το καράβι μας αναχωρεί στις 13:30 αντί για τις 16:30 και η Ανκόνα απέχει 400 χιλιόμετρα.
Άλλοι όμως έψαχναν λάστιχα και άλλος πάτησε την πρόκα! Και ποιος άλλος από εμέ. Ευτυχώς το λάστιχο την πάλεψε μέχρι το ξενοδοχείο (Cristal) όπου η επισκευή έγινε με σορτσάκι και όχι με Cordura (μεγάλη εφεύρεση τα μακαρόνια και το κιτ επισκευής). Αλλά ενός κακού μύρια έπονται, δεν λέει η λαϊκή ρήση;
Κατά την επισκευή κρέμασα το κράνος μου στο GS που ήταν δίπλα χωρίς να παρατηρήσω ότι ακουμπούσε στον λαιμό της εξάτμισης, κερνώντας το με ένα μεγαλοπρεπές κάψιμο…

Πορεία προς την παλιά πόλη όπου και τρώμε αρκετή ώρα ψάχνοντας κάποιον δωρεάν χώρο στάθμευσης. Αφού σβουρίζουμε γύρω στο μισάωρο μες την τρελή ζεστή, τελικά το αετίσιο μάτι του Πατέρα, σταμπάρει το δωρεάν χώρο στάθμευσης καλά κρυμμένο πίσω από κάτι επικαλυπτικά φυτά. Έχει ήδη σουρουπώσει και τα χρώματα της λίμνης είναι μαγικά.

Ομοίως μαγικό είναι και το μεσαιωνικό κάστρο (Scaliger) το οποίο δεσπόζει στην είσοδο της παλιάς πόλης.

Η παλιά πόλη άκρως τουριστική, γεμάτη από μικρά γραφικά σοκάκια.

Κλασικά, σε τέτοιες πόλεις, η εύρεση καλού εστιατόριου είναι δύσκολη υπόθεση. Δεν καταφέρνουμε να εντοπίσουμε αυτά που προτείνει οδηγός μας και επιλέγουμε ένα κάκιστο, λόγω της πείνας μας. Παραγγέλνουμε πίτσες και μακαρονάδες για να στουμπώσουμε και για να μην έχουμε και κανένα ντράβαλο με στομαχόπονους, γεμίζουμε το υπόλοιπο κενό με μερικά κιλά παγωτό και επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο. Αύριο έχει πολύ πρωινή αναχώρηση.
15 Ιουνίου, Last but not least (χλμ 380)
View Larger Map
Η επιστροφή μας σε πάτρια εδάφη, όπως προανέφερα, λόγω τη συνεργασίας της ΑΝΕΚ με τη Superfast Ferries θα γίνει με τα καράβια της δεύτερης, πράγμα που δεν μας χάλαγε καθόλου γιατί ξέρουμε ότι είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Το μόνο αρνητικό ήταν ότι το βαπόρι αναχωρούσε από Ανκόνα μερικές ώρες νωρίτερα, στις 13:30 αντί και τις 16:00. Με φρέσκες ακόμα τις αναμνήσεις από το περυσινό μας πάθημα όπου παραλίγο να χάσουμε το καράβι, αποφασίζουμε να την κάνουμε όσο πιο νωρίς γίνεται.
Φορτώνουμε λοιπόν τις μοτοσυκλέτες μας αξημέρωτα, τρώμε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στην αίθουσα του πρωινού και 8:00 έχουμε ήδη αναχωρήσει. Ωστόσο λόγω του ότι η κατάσταση στο πίσω λάστιχο του Suzuki ήταν οριακή, φορτώνουμε τα μπαγκάζια του στο GS του Κάρλου και η Ρούλα κάθεται στο GS του Γρηγόρη.

Το λάστιχο του Ορέστη...

Και του Γιάννη...

Και αυτό είναι το λάστιχο του Ορέστη πριν ξεκινήσουμε! Τα σχόλια είναι περιττά...
Ορθή η σκέψη θα πείτε, αλλά από αλλού την περιμέναμε αλλού την πάθαμε… Δύο χιλιόμετρα πριν βγούμε από την autostrada, πάνω από την Ανκόνα, και ενώ είμαστε χαλαροί και στην ώρα μας, με πλησιάζει ο Ιάκωβος και μου λέει πως έσκασε το πίσω ελαστικό του Γιάννη…
Σταματάμε στα διόδια και ζυγίζουμε πάλι τις επιλογές μας. Ο Κάρλος, ασφαλιστής στο επάγγελμα, έχει αρχίσει τα τηλέφωνα. Η Ιταλόφωνη μητέρα έχει πάει στα κισσέ των διοδίων και προσπαθεί να ειδοποιήσει μάταια γερανό. Οι υπάλληλοι απλά την αγνοούν δίνοντάς της ένα αριθμό τον οποίο δεν μπορούσαμε να καλέσουμε από τα κινητά μας. Ο Κάρλος δεν μπορεί να βγάλει άκρη καθώς ο Γιάννης δεν έχει οδική ασφάλεια και πριν προλάβουμε να σκεφτούμε την επόμενή μας επιλογή εμφανίζεται ένας γερανός με σήματα της autostrada. Η Κούλα και πάλι πετάγεται στη μέση του δρόμου και αρχίζει τις συνεννοήσεις με τον οδηγό. Καλεί στον ασύρματο άλλο όχημα και μας διαβεβαιώνει ότι πηγαίνει να τον μαζέψει. Ωστόσο έχουμε άλλο ένα πρόβλημα να λύσουμε. Ο γερανός μπορεί να το φέρει μέχρι τα διόδια, από εκεί και πέρα δεν έχει δικαιοδοσία…
Ο χρόνος μας πιέζει, το καράβι αναχωρεί σε μια ώρα. Αποφασίζουμε να χωρίσουμε και πάλι για να κερδίσουμε χρόνο. Μένει πίσω ο Ιάκωβος, ο Κάρλος και ο Μανώλης με την Κούλα, ενώ οι υπόλοιποι οδεύουμε για check in. Στο κισσέ της Superfast καλούμαι να πάρω άλλη μια απόφαση. Αν τσεκάρω το εισιτήριο του Γιάννη και δεν προλάβει το καράβι, δεν γίνεται μετά ανοικτό και θα το χάσει. Δεν ξέρω γιατί αλλά μέσα μου πιστεύω ότι θα προλάβει και τσεκάρω…
Που να ήξεραν μετά τι έγινε… Δεν πήγε τελικά το $%#φορτηγό της εταιρείας εκείνης να πάρει τον Γιάννη αλλά κάποιον άλλο που είχε μείνει εκεί κοντά. Η ώρα έχει πάει μία παρά και το καράβι φεύγει μιάμιση! Άη σιχτίρι, δεν ήταν προγραμματισμένο να μείνω Ανκόνα άλλο ένα βράδυ αλλά δεν πειράζει, να που θα δω και κάτι άλλο που δεν είχα ξαναδεί παρέα με τον Γιαννάκη. Να όμως ένα φορτηγό οδικής βοήθειας άλλης εταιρείας που πληρώνει διόδια. Πετάγομαι πεζός μπροστά του με κίνδυνο της ζωής μου Γιάννη (λέμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα εε;), τον σταματάω και σφυρίζω βλάχικα (πολύ δυνατά δηλαδή) στην Κούλα που συνεννοείται σούπερ η άτιμη. Φτου να μην τη ματιάσω, παρλάρε Ιταλιάνο και γαμάρε.
Στην πύλη του λιμανιού έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Γίνεται έλεγχος εισιτηρίων και δεν μας αφήνουν να μπούμε καθώς δεν είμαστε όλοι εκεί. Με το ζόρι τους πείθω να μπουν οι υπόλοιποι και περιμένω εγώ με τα εισιτήρια στο χέρι για τους ρέστους. Το ρολόι δείχνει 13:20 και τα λεπτά κυλούν βασανιστικά. Στην τελευταία επικοινωνία με τον Ιάκωβο με ενημερώνει ότι είναι καθοδόν προς το λιμάνι και το GPS του δείχνει ώρα άφιξης 13:32. Πλασματικό νούμερο καθώς κινούνται σημειωτόν.
Απ’ την άλλη στο καράβι γίνεται της πουτ…ας καθώς έχουν χάσει την μπάλα με την συνεργασία. Άρα σίγουρα θα καθυστερήσει μερικά λεπτά και ίσως προλάβουμε…
Να μην φλυαρούμε ασκόπως όμως, μία και δέκα ο Γιάννης ήταν στα διόδια, δύο παρά είκοσι φτάσαμε στο καράβι όπου οι υπόλοιποι ζητοκραυγάζουν και μας πετάνε στον αέρα από τη χαρά τους (ξαναλέμε καμιά μαλακία είπαμε μη γινόμαστε βαρετοί)…

Κατεβάζουμε το BMW του Γιάννη και το σπρώχνουμε στο καράβι στο οποίο γίνεται κυριολεκτικά χαμός. Τα έχουν σκατώσει με τη συνεργασία, δεν ξέρουν τι πάει που… Αρκετή ώρα αργότερα καταφέρνουμε να μπούμε στις καμπίνες μας και να πετάξουμε από πάνω μας τον εξοπλισμό μας.
Ξεβρωμίζουμε και αράζουμε για ένα σύντομο φλας μπακ χαζεύοντας φωτογραφίες στο μικρό laptop που κουβαλάμε μαζί μας. Πως διάολο πέρασαν τόσες μέρες τόσο γρήγορα. Γιατί κάθε φορά που βρίσκομαι στο δρόμο με μοτοσυκλέτα ο χρόνος έχει άλλη διάσταση;
16 Ιουνίου, Back το Ελλαδιστάν (χλμ 253)
View Larger Map
Το πρωί πέφτουν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις για να βρούμε παπουτσάκια (λάστιχα ντε) στην Πάτρα. Οι Γιάννηδες από το Motoraid μας δίνουν τα απαραίτητα τηλέφωνα -ευχαριστούμε παιδιά!- και λίγο αργότερα βρίσκουμε μαγαζί το οποίο διαθέτει ελαστικά κοντά στο λιμάνι. Κατεβαίνοντας μας περιμένουν τα μαστόρια, φουσκώνουν το λάστιχο, αλλά αυτό ξεφουσκώνει στα 10 μέτρα. Ξεφορτώνουμε το μηχανάκι του Γιάννη, βάζουμε τα πράγματα του στα φυλασσόμενα ντουλάπια του σταθμού και συνεχίζουμε με τάπα το λάστιχο προς το μαγαζί. Φτάνοντας σημειωτόν στην έξοδο του λιμανιού, τα μαστόρια μας δείχνουν ένα μαγαζί λέγοντας μας “παιδιά δεν μπορούμε να σας ταλαιπωρούμε άλλο, αλλάξτε τα εδώ, συνεργάτης μας είναι” και εξαφανίζονται.
Ότι και να πω για τους μάστορες είναι λίγο. Απλά respect . Λίγο αργότερα το BMW περιποιείται από τα μαστόρια του φιλόξενου Hot Wheel και σε σύντομο χρόνο τραβάμε για να συναντήσουμε του υπόλοιπους που έχουν πάει για καφέ στο λιμάνι.

Ο Ορέστης άλλαξε ελαστικά αλλού, καθώς τον περίμενε ένας φίλος του για να τον πάει σε κάποιο γνωστό του μαγαζί και μετά την έκανε για κάποια δουλειά στην Αθήνα. Οι ρέστοι αναχωρούμε προς την πρωτεύουσα με προορισμό την γνωστή ταβέρνα του Μπάμπη στην λεωφόρο Αμφιθέας.
Με το που παρκάρουμε οι ουρανοί ανοίγουν και πάλι. Τρώμε παρέα με την καταιγίδα η οποία σταματάει μόλις ήρθε η ώρα να κατηφορίσουμε στο λιμάνι. Σαν “καλά παιδιά”, αποχαιρετάμε τον Πατέρα και την Μητέρα οι οποίοι επιβιβάζονται στην βαπόρι για Ηράκλειο και με την σειράς μας μπαίνουμε στο καράβι για Χανιά. Τελευταίες ιστορίες και πειράγματα πριν αποθέσουμε τα κορμιά μας στις κουκέτες.
Επιδόρπιο
Παρακολουθώ εδώ και χρόνια ένα από τα καλύτερα forum ειδικά για τα αλπικά περάσματα, το alpineroads.com. Οι λίγοι αλλά έμπειροι χρήστες του, παίζουν ένα παιχνίδι του τύπου “βάζω μια φωτογραφία από ένα εντελώς άκυρο σημείο κάποιου περάσματος και οι υπόλοιποι καλούνται να το βρουν”. Η πλάκα είναι πως οι μαντεψιές μου απέχουν στην καλύτερη τουλάχιστον 2 χώρες, αλλά αυτοί πάντα το βρίσκουν με τη πρώτη. Alpineholics τους κοροϊδεύω εγώ, με την καλή έννοια, γιατί οι πληροφορίες του συγκεκριμένου ιστότοπου είναι μακράν οι καλύτερες όσον αναφορά τις Άλπεις. Που θέλω να καταλήξω;
Είχα αρκετά χρόνια να γευτώ καθαρά αλπικά περάσματα και μόνο τώρα που επέστρεψα σε αυτά κατάλαβα τι είναι αυτό που σε μαγνητίζει, μπορώντας πια να δικαιολογήσω όλους τους φίλους και όλους εκείνους που κάθε χρόνο πηγαίνουν και ξαναπηγαίνουν στις Άλπεις (ναι Θοδωρή, και για σένα λέω). Τι ακριβώς τελικά είναι αυτό;
Δεν μπορώ να σας το εξηγήσω καθαρά, αλλά όταν βρεθείτε και εσείς εκεί, είμαι 100% σίγουρος πως θα το καταλάβετε.
Info bombing
Χάρτες, διαδρομές, σημεία ενδιαφέροντος και tracklogs

Στα παρακάτω αρχεία μπορείτε να βρείτε τις διαδρομές όπως αρχικά σχεδιάστηκαν, τα tracklogs που δείχνουν ακριβώς την πορεία που διαγράψαμε και τα σημεία ενδιαφέροντος (κοινώς POI’s) από τα μέρη που εμείς επισκεφτήκαμε.
Download Routes, Tracklog & POIs (MapSource format)
Download Routes, Tracklog & POIs (Google Earth format)
Στατιστικά
Το navigator το οποίο ήταν προσαρμοσμένο στο τιμόνι του TDM μου, κατέγραψε τα εξής:
Χιλιόμετρα: 2685
Γενική μέση ωριαία: 65 χλμ
Μέση ωριαία: 45 χλμ
Οδηγικές ώρες: 59:32
Εν κινήσει: 41:17
Εν στάση: 18:15
Σημειωτέων ότι τα πραγματικά χιλιόμετρα ήταν 2763 (τόσα έγραψε το κοντέρ, τώρα το πόσο χάνει είναι άλλο θέμα) και η απόκλιση με τα χιλιόμετρα του navigator οφείλεται στο ότι περάσαμε από δεκάδες μεγάλα τούνελ στα οποία και έχανε το σήμα του.
Ξενοδοχεία
Παρακάτω παραθέτουμε τα συμπεράσματά μας για τα ξενοδοχεία που διαμείναμε:
Tritone, Mestre, Ιταλία
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: Στην κωμόπολη Mestre, 9 χλμ έξω από την Βενετία
Πρωινό: Πολύ καλό
Πάρκινγκ: Όχι αλλά υπάρχει φυλασσόμενο πάρκινγκ ακριβώς δίπλα στο ξενοδοχείο το οποίο κοστίζει 12€/ημέρα
Παρατηρήσεις: Το ξενοδοχείο είναι δίπλα σε στάση λεωφορείου για την Βενετία.
Moarhof, Lienz, Αυστρία
Δωμάτια: Πολύ καλά
Τοποθεσία: Ένα χιλιόμετρο από την παλιά πόλη
Πρωινό: Άριστο
Πάρκινγκ: Ναι, σε εξωτερικό χώρο με αρκετές σκεπαστές θέσεις.
Παρατηρήσεις: Στην τιμή του ξενοδοχείου περιλαμβάνεται και δωρεάν χρήση της σάουνας.
Ibis, Innsbruck, Αυστρία
Δωμάτια: Πολύ καλά
Τοποθεσία: Περίπου ένα χιλιόμετρο από την παλιά πόλη
Πρωινό: Πολύ καλό
Πάρκινγκ: Ναι σε υπόγειο φυλασσόμενο γκαράζ
Παρατηρήσεις: -
The Piz, St. Moritz, Ελβετία
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: Περίπου ένα χιλιόμετρο από την παλιά πόλη
Πρωινό: Αρκετά καλό
Πάρκινγκ: Όχι, υπάρχει δημόσιος χώρος στάθμευσης στα 100 μέτρα από το ξενοδοχείο.
Παρατηρήσεις: Στο ισόγειο λειτουργεί μία πάρα πολύ καλή πιτσαρία
Hirtchen, Interlaken, Ελβετία
Δωμάτια: Μέτρια
Τοποθεσία: Περίπου ένα χιλιόμετρο από το κέντρο
Πρωινό: Αρκετά καλό
Πάρκινγκ: ναι σε υπόγειο γκαράζ
Παρατηρήσεις: Το εστιατόριο του ξενοδοχείου είναι πολύ καλό
Bellavista, Lecco, Ιταλία
Δωμάτια: Άριστα
Τοποθεσία: Πάνω στη λίμνη, σε πολύ ήσυχη τοποθεσία, γύρω στα 4 χιλιόμετρα μακριά από την παλιά πόλη.
Πρωινό: Καλό
Πάρκινγκ: Ναι, σε υπόγειο γκαράζ
Παρατηρήσεις: -
Cristal, Sirmione, Ιταλία
Δωμάτια: Μέτρια
Τοποθεσία: Στην αρχή της χερσονήσου, 4 χιλιόμετρα από την παλιά πόλη
Πρωινό: Αρκετά καλό
Πάρκινγκ: Ναι, σε εξωτερικό χώρο στην είσοδο του ξενοδοχείου
Παρατηρήσεις: Όλα τα δωμάτια ήταν με διπλά κρεβάτια! Ο νέος ιδιοκτήτης ισχυρίστηκε ότι αυτό θα το έχει αλλάξει μέχρι την επόμενη σεζόν.





Συγχαρητηρια σε ολα τα παιδια…
Αλλο ενα υπεροχο ταξιδι εφτασε στο τελος του και ηταν και με απο ολα….
Χαλαλι του ομως…Απο τις φωτογραφιες φαινεται ποσο ομορφα περασατε….Περιμενουμε τα επομενα…
By: Dimitris on 24 Ιουλίου 2011
at 11:01 μμ
Respect για άλλη μια φορά για την παρέα, το ταξίδι, τις φωτογραφίες κτλ κτλ.
Μπράβο κοπέλια, την υγειά σας να’χετε να ταξιδεύετε κι εμείς μαζί σας!
Γιάννης από Ηράκλειο
By: Γιάννης από Ηράκλειο on 29 Ιουλίου 2011
at 10:41 πμ
παρα πολυ ομορφα συγχαρητηρια σε ολους……….
…………στε μου μενουν ακομα μερικα περασματα το εχουμε?
By: Θεοδωρος on 29 Ιουλίου 2011
at 9:26 μμ
Ευχαριστούμε κοπέλια…..
@Θεόδωρο… είπαμε Τεό, alps reunion το 2015
By: Stelios on 30 Ιουλίου 2011
at 8:57 πμ
να απαγορευτούν ρητώς αυτές οι δημοσιεύσεις …και τα κειμενα και οι φωτογραφιες~!!!!!!
By: vivi kalaitzaki on 31 Ιουλίου 2011
at 4:20 μμ
Σύμφωνοι, αλλά να απαγορευτούν και όλες οι συνταγές σου και όλες οι φωτογραφίες των πιάτων σου! Έχω πάρει 4 κιλά βλέποντας τα μόνο, που να τα ‘τρωγα κιόλας…..
By: Stelios on 1 Αυγούστου 2011
at 11:58 πμ
ho..ho..ho..!!!..μου την εφερες!!!..αλλα μακαρι να μαγειρευες εσυ!..και να γυρναγα με τις μοτο εγώ…!~
By: vivi kalaitzaki on 1 Αυγούστου 2011
at 3:37 μμ
Πραγματικα δεν εχω λογια για να περιγραψω την ομορφια και την συγκινηση που μου προσφερε το αρθρο και οι φωτογραφιες ! Πολυ σας χαρηκα να ειστε παντα καλα να ζησετε αμετρητα τετοια ταξιδια ακομη Πολλα μπραβο !!
By: Μιχάλης on 2 Αυγούστου 2011
at 4:45 μμ
Ευχαριστούμε Μιχάλη. Σκοπός αυτού του blog είναι να καταφέρει να μεταφέρει την μαγεία του ταξιδιού με μοτοσυκλέτα στον αναγνώστη και χαιρόμαστε ιδιαίτερα όταν το καταφέρνουμε.
By: Stelios on 2 Αυγούστου 2011
at 10:41 μμ
μπραβο σας για αυτην την εξαιρετικη βολτα.
η προταση γαμου οντως διαφορετικη,ειχα κανει το ιδιο εκει πανω πριν απο 2 χρονια.
δειτε φωτογραφιες απο τοτε στην ιστοσελιδα που παραθετω
By: george on 8 Αυγούστου 2011
at 1:52 πμ
Ωραίες διαδρομές-φωτογραφίες-περιγραφή! bookmarked!
By: Tassos on 8 Αυγούστου 2011
at 9:53 μμ
χμμμμμμ……
μάλλον πρέπει να ξαναπάρω μηχανη.
By: stratos on 10 Αυγούστου 2011
at 10:12 πμ
Καταρχάς sorry που άργησα να σας απαντήσω, αλλά την είχα κάνει για highlands… άρα το επόμενο εκδρομικό έρχεται σύντομα
@Γιώργο με ισοπέδωσες, νόμιζα πως είχαμε τα πρωτεία αλλά από ότι φαίνετε μας πρόλαβες
Να ‘σται πάντα καλά και πάντα να απολαμβάνετε όμορφες βόλτες.
@Tassos, tnx mate
@Statos aka Iton, νομίζω πως πολύ καιρό έμεινες αμήχανος….
By: Stelios on 17 Αυγούστου 2011
at 9:53 πμ
update: google maps added
By: Stelios on 18 Νοεμβρίου 2011
at 2:33 μμ
Ένα μεγάλο μπράβο στον Στέλιο και στην παρέα του γιαυτό το υπέροχο ταξίδι.Πάρα πολύ καλό οδοιπορικό με υπέροχες φωτογραφίες και ενημερωτικότατο.
By: pepes1gr on 5 Ιανουαρίου 2012
at 12:20 πμ
Ευχαριστούμε Κώστα! Τις Άλπεις, και να προσπαθήσεις, δεν μπορείς να τις παρουσιάσεις κακά… είναι από μόνες τους υπέροχες….
By: Stelios on 9 Ιανουαρίου 2012
at 1:16 μμ