Κείμενο: Στέλιος Οικονομάκης
Φωτογραφίες: Στέλιος Οικονομάκης, Νατάσα Σπηλιοπούλου
Έχει “ξεχειλίσει” αυτό το blog με ταξίδια στην Πελοπόννησο και με το δίκιο σας θα αναρωτηθείτε αν θα βάλουμε πλώρη ποτές για αλλού… Αλλά τι να κάνουμε όμως που έχουμε συμπάθειες (βλέπε έτερον ήμισυ το οποίο κατάγεται από τον Μοριά).
Το σχεδιάζαμε από το Πάσχα αλλά δεν μας καθόταν. Αναβολή στην αναβολή πήγε Οκτώβριος και το ημερολόγιο έδειχνε τριήμερο την 28η. Κοτσάραμε και δυο μέρες άδεια, βγάλαμε και ένα ψιλοπρόγραμμα και καθώς οι μέρες πλησίαζαν άρχισαν τα ευτράπελα. Αρχικά απεργία οι Τελωνειακοί (που πας ρε καραμήτρο χωρίς καύσιμα) και η χαριστική βολή απεργία τα βαπόρια (να κοτσάρω προπέλα στο Τεντέμι να σας πως εγώ!).

Και πάνω που λες “μαμώ την γκαντεμιά μου”, γυρίζει ο τροχός, οι απεργίες λύνονται και η αναχώρηση γίνεται κανονικά. Που λέει ο λόγος δηλαδή, γιάντα είχαμε κάμποσες ωρίτσες καθυστέρηση (μην τα θέμε και όλα δικά μας). Είχαμε πάρει και καμπίνα για να ξεκουραστούν τα κορμιά μας και να είμαστε φρέσκοι να καταπιούμε χιλιόμετρα την επομένη… Που να ξέραμε οι αδαείς ότι δε θα κλείσουμε μάτι. Όλο το βράδυ κάτι τρίζει τραγικά στην καμπίνα… σαν τα χαρτάκια που βάζαμε με μανταλάκι στις ακτίνες του ποδηλάτου ακούγεται… Τρώγω πάνω από ένα δύωρο για να το εντοπίσω και άλλη μια ώρα για να το πατεντάρω. Με αυτά και μ’ αυτά είχα χάσει τον ύπνο μου….
26 Οκτωβρίου, Πάμε βόλτα στο Μοριά (χλμ 331)
View Larger Map
Το καράβι δένει στις 8:30 -λόγω της καθυστερημένης αναχώρησης- άρα έχουμε χάσει ήδη δύο ώρες. Τα σημεία που θέλουμε να επισκεφτούμε είναι πολλά, αλλά απ’ την αρχή είχαμε πει: πάμε και ότι προλάβουμε. Βουρ λοιπόν στην βαρετή εθνική, με πρώτη στάση στη Νεμέα, στο Στάδιο.

Αγώνας για δύο, καθώς δεν υπάρχει κανένας άλλος επισκέπτης στο χώρο. Μόνο δύο αρχαιολόγο που “σκάλιζαν” ένα χαντάκι στο γήπεδο.
Το στάδιο της Νεμέας, χωρητικότητας περίπου 40.000 θεατών, κατασκευάστηκε στο πλαίσιο του προγράμματος επιστροφής των αγώνων στη Νεμέα περί το 335 π.Χ., σε απόσταση 400 μέτρων νοτιοανατολικά του Ναού του Διός.
Ο στίβος του, συνολικού μήκους 178 μ., πλαισιωνόταν από λίθινο αγωγό με λίθινες λεκάνες κατά διαστήματα, για τη συγκέντρωση νερού για πόση και διαβροχή του αγωνιστικού χώρου. Στη νότια πλευρά του υπάρχει η λίθινη αφετηρία.

Οι αθλητές και οι κριτές, αφού προετοιμάζονταν σε ένα απλό ορθογώνιο κτίσμα (Αποδυτήριο) με εσωτερική κιονοστοιχία στα δυτικά, εισέρχονταν στο Στάδιο από λίθινη θολωτή δίοδο (δυστυχώς ήταν κλειστή λόγω συντήρησης κατά την επίσκεψη μας). Οι θεατές κάθονταν σε πρόχειρα βαθμιδωτά επίπεδα, λαξευμένα στο μαλακό πέτρωμα, ενώ λίθινα καθίσματα βρίσκονται σε δύο ή τρεις σειρές μεταξύ αφετηρίας και θολωτής διόδου, ίσως για τους προπονητές των αθλητών και/ή διακεκριμένους επισκέπτες.
Εδώ γίνονταν κάθε δύο χρόνια τα Νέμεα, πανελλήνιοι αγώνες προς τιμήν του Οφέλτη και αφιερωμένοι στο Δία. Οι αγώνες περιελάμβαναν δρόμους των 200, 400 και 5000 μέτρων, πάλη, πυγμαχία, παγκράτιο και το κλασσικό πένταθλο (δρόμος 200 μ., ακοντισμός, δισκοβολία, άλμα εις μήκος και πάλη).
Επόμενος μας σταθμός ο αρχαιολογικός χώρος της Νεμέας ο οποίος βρίσκεται μερικές εκατοντάδες μέτρα δυτικότερα. Τουρ για δύο και πάλι.

Στο χώρο, εκτός του όμορφου μουσείου, μπορεί κανείς να θαυμάσει το Ναό του Δία με τις 9 αναστηλωμένες κολώνες. Μπροστά του ένας τεράστιος βωμός, μαρτυρεί τη σημασία του Ιερού κατά την αρχαιότητα.
Ον δε ρόαντ εγκέιν για να διανύσουμε την μικρή απόσταση που μας χωρίζει από τον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών. Ο ‘Ομηρος αναφέρεται στην πόλη περιγράφοντάς την με τα λόγια «ευρυάγυιαν» και «πολύχρυσον», τα οποία δικαιολογούν τα σπουδαία ευρήματα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν και του Χρήστου Τσούντα αρχικά, αλλά και δεκάδων ακόμα οι οποίοι πήραν την σκυτάλη στη συνέχεια.

Το πιο γνωστό αξιοθέατο είναι η πύλη των Λεόντων, η κύρια είσοδος της Ακροπόλεως, της οποίας το άνοιγμα έκλεινε με διπλή μπρούντζινη πόρτα (δε σώζεται σήμερα). Όπως διακρίνετε και στην φωτογραφία, τα λιοντάρια είναι ακέφαλα λόγω του ότι για την κατασκευή τους είχε χρησιμοποιηθεί διαφορετικό υλικό, το οποίο δεν άντεξε στο χρόνο.

Δυστυχώς ο δυνατός αέρας που επικρατούσε στην περιοχή, “έβαλε φτερά” στα πόδια μας, αναγκάζοντάς μας να κάνουμε μία γρήγορη περιήγηση πριν καταλήξουμε στο μουσείο, το οποίο αν και μικρό είναι πάρα πολύ προσεγμένο και αξίζει μία επίσκεψη.

Η θέα από τον αρχαιολογικό χώρο προς τον κόλπο της Αργολίδας
Επόμενός μας σταθμός ο θησαυρός του Ατρέα ή όπως είναι ευρύτερα γνωστός “τάφος του Αγαμέμνονα”. Είχα ακούσει πολλά, αλλά όπως λένε: αν δεν δεις με τα μάτια σου δεν μπορείς να καταλάβεις το μεγαλείο. Στεκόμαστε τυχεροί και την ώρα που καταφθάνουμε αναχωρεί το μοναδικό γκρουπ που τον επισκεπτόταν, αφήνοντάς μας να το θαυμάσουμε μόνοι μας.

Για μια στιγμή νόμιζα πως βρισκόμουν στην Αίγυπτο ή στην Ιορδανία...
Ο τάφος είναι λαξευμένος σε μια πλαγιά του βουνού. Η είσοδος στον θάλαμο είναι προσιτή χάρη σε ένα πέρασμα μήκους 40 μέτρων και πλάτους 6, κτισμένο με καλοδουλεμένους ορθογώνιους λίθους, χωρίς συγκολλητικό υλικό! Οι λίθινοι όγκοι είναι τέλεια προσαρμοσμένοι μεταξύ τους, μερικοί μάλιστα έχουν τεράστιες αναλογίες – ένας έχει μήκος 6 μέτρα και 1,2 μέτρα ύψος! Η είσοδος έχει ύψος 5,4 μέτρα και στην κορυφή του υπάρχει γιγάντια πλάκα που υπολογίζεται ότι ζυγίζει 120 τόνους. Πάνω από αυτήν υπάρχει ένα ανοιχτό τρίγωνο που σκοπός του είναι να “ανακουφίζει” τους κίονες της εισόδου από το βάρος της υψικόρυφης καμάρας.
Στο εσωτερικό του υπάρχει ένας μεγάλος θάλαμος, με μια υποστηριζόμενη θόλο ύψους 13,5 μέτρων και διαμέτρου 14,6 μέτρων επίσης χτισμένη με καλοδουλεμένους ορθογώνιους λίθους. Το δάπεδο του θαλάμου είναι φυσικός βράχος.

Μια μικρότερη θύρα οδηγεί σε ένα μικρό πλευρικό δωμάτιο το οποίο δυστυχώς ήταν κλειστό κατά την διάρκεια της επίσκεψής μας.
Τα μαθήματα ιστορίας λαβαίνουν τέλος και ήρθε η ώρα να χαρούμε και λίγο οδήγηση. Με πορεία νότια λοιπόν, σύντομα βρισκόμαστε να διασχίζουμε το Άργος και συνεχίζουμε παραλιακά μέχρι το Λεωνίδιο. Οι πινακίδες με τα Τσακώνικα είναι μια πρώτη ευχάριστη έκπληξη:

Η Τσακωνική ανήκει στην υπολειμματική δωρική ζώνη τής Νέας Ελληνικής. Προήλθε από τη Δωρική διάλεκτο της Αρχαίας ελληνικής, σε αντίθεση με τη Νέα Ελληνική γλώσσα, η οποία προήλθε από την Ελληνιστική κοινή (κυρίως αττικοϊωνικής συστάσεως). Συγκεκριμένα, εικάζεται ότι προήλθε από ευρύτερη δωρική κοινή, η οποία είχε κυριαρχήσει στην Πελοπόννησο μετά τη σύσταση της Αχαϊκής Συμπολιτείας και, ως εκ τούτου, αντιστάθηκε περισσότερο στην Κοινή, ίσως επειδή ομιλείτο σε δυσπρόσιτες περιοχές. (πηγή: Βικιπαίδεια)
Η διαδρομή που ακολουθούμε είναι μαγική. Ανηφορίζουμαι στον Πάρνωνα, διασχίζοντας το εκπληκτικό φαράγγι του ποταμού Δαφνώνα και βουτάμε μέσα σε ένα εντυπωσιακό ελατόδασος ντυμένο στα φθινοπωρινά του.






Οι εικόνες αυτές μας κράτησαν συντροφιά μέχρι και το χωριουδάκι του Κοσμά. Η πετρόχτιστη πλατεία με τα διατηρημένα κτίρια μαγνητίζει το βλέμμα μας, αλλά ο αέρας που ξυρίζει σε συνδυασμό με το ότι “δεν κυκλοφοράει ούτε γάτα”, μας οδηγούν σε “άτακτη” αποχώρηση.

Πορεία νότια ξανά, με τον ήλιο να τραβάει προς την δύση του. Η κούραση από την αϋπνία έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνιση της και η απόφαση να τραβήξουμε προς Μονεμβασία πάρθηκε ομόφωνα.

Αρκετή ώρα αργότερα πλησιάζουμε στο Βράχο και η επιχείρηση αναζήτησης δωματίου αρχίζει. Δεν κράτησε όμως πολύ καθώς το ξενοδοχείο Λαζαρέτο, λίγο πριν την είσοδο του κάστρου, μας γέμισε το μάτι. Ήταν λίγο πιο ακριβό από το μπάτζετ που είχαμε αποφασίσει να διαθέσουμε για διαμονή (70€ το δίκλινο), αλλά ο συνδυασμός κούρασης και ομορφιάς του καταλύματος δεν μας άφηνε και πολλές επιλογές.
Τακτοποίηση και βουρ για το έρημο -όπως αποδείχτηκε- κάστρο. Καλύτερα όμως, ας το απολαύσουμε χωρίς το τσούρμο των τουριστών.

Ο επιβλητικός βράχος που αναδύεται μέσα από την θάλασσα είναι αποτέλεσμα ενός σεισμού που χρονολογείται γύρω στο 375 μ.Χ. Την σύνδεση του με τη στεριά αναλαμβάνει μια στενή λωρίδα γης -σε συνδυασμό με μια γέφυρα- μήκους 130 μέτρων. Σε αυτή οφείλει και την ονομασία της, η οποία προέρχεται από τις λέξεις “Μόνη” και “Έμβασις”.


Το παρωνύμιο της Μονεμβασίας είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.


Τα στομάχια αρχίζουν να γουργουρίζουν επικίνδυνα και οι ελάχιστες ταβέρνες λειτουργούν σαν μαγνήτης. Την “λύτρωση” των στομαχιών μας αναλαμβάνει το παλιότερο -και ένα από τα τρία που λειτουργούν στο κάστρο- εστιατόριο της Ματούλας.
Χορτάτοι πια, κάνουμε ένα τελευταίο νυκτερινό περίπατο στο κάστρο για μερικές φωτογραφίες αλλά την κάνουμε γρήγορα λόγω του ψωφόκρυου, αλλά και των βαριών ματόκλαδων από τον λιγοστό ύπνο στο καράβι.


27 Οκτωβρίου, Δις ις Μάνη (χλμ 317)
View Larger Map
Ο ξενοδόχος χτες κατά την άφιξή μας, είχε πενεφτεί ότι το κατάλυμά του διαθέτει πολύ καλό πρωινό. Η λέξη πολύ καλό το αδικεί… Είναι ένα από τα καλύτερα πρωινά που έχω φάει, ή μάλλον επιτρέψτε μου, “ξεσκίσει”, έβερ.
Με τα στομάχια τούμπανο λοιπόν, αναχωρούμε προς την Μάνη. Ο δυνατός αέρας, παίζει με τα λιγοστά σύννεφα στον ουρανό, κάνοντας τα να μοιάζουν με βαμβάκι.


Πριν πιάσουμε την Μάνη, κάνουμε μια μικρή στάση στο ναυάγιο “Δημήτριος”, το οποίο βρίσκεται κοντά στο Γύθειο, στην παραλία της Σελινίτσας.

Οι φήμες λένε ότι ήταν ένα από τα πολλά παράνομα τσιγαράδικα της εποχής, το οποίο εκτελούσε δρομολόγια μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας. Στην πραγματικότητα όμως το μικρό φορτηγό βρίσκεται προσαραγμένο εκεί από τον Δεκέμβριο του 1981, αφού ουσιαστικά είχε εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του λόγω χρεών και μηχανικών προβλημάτων.

Ωστόσο, ο μύθος και το αρμονικό «δέσιμο» του ναυαγίου με το τοπίο της πανέμορφης παραλίας, έχει κάνει το «Δημήτριος» ένα τουριστικό αξιοθέατο αν και πάντα υπάρχει στις σκέψεις των φορέων της περιοχής το ενδεχόμενο της απομάκρυνσής του.
Η συνέχεια μας βρίσκει να κυκλώνουμε την όμορφη χερσόνησο της Μάνης, θαυμάζοντας τα πυργόσπιτά της και απολαμβάνοντας την μαγεία του τοπίου.




Ο έρημος δρόμος μας οδηγεί σύντομα πάνω από το Πόρτο Καγιά. Η ανάσα κόβεται…

Κατηφορίζουμε για να βρεθούμε στην δυτική πλευρά της χερσονήσου και πορεία βόρεια για να βρεθούμε στην όμορφα διατηρημένη Βάθεια.

Επόμενη στάση στο Σπήλαιο του Διρού. Στεκόμαστε τυχεροί, καθώς προλαβαίνουμε στο τσακ την τελευταία ξενάγηση. Παίρνουμε εισιτήρια και περιμένουμε στην είσοδο για τον βαρκάρη. Βάζω την φωτογραφική στη θήκη της όταν η Νατάσα ρωτάει: “Φωτογραφίες επιτρέπονται;” για να πάρει την θετική απάντηση της υπαλλήλου. Με ύφος “μόλις είδα εξωγήινο” ξαναρωτάει: “Χωρίς φλας ε;” για να μας αποστομώσουν με την απάντηση ότι και το φλας επιτρέπεται…
Ευτυχώς ο βαρκάρης άργησε κανά 5λεπτο και προλάβαμε να συνέλθουμε από το σοκ…

Βαρκάδα λοιπόν με την φωτογραφική μηχανή να δουλεύει κατά ριπάς και το μπινελίκι σύννεφο… Ο λόγος (για το μπινελίκι) δεν είναι άλλος από το ότι δεν πήρα μαζί μου το εξωτερικό φλας και παιδεύομαι με το ενσωματωμένο “παπαράκι” της μηχανής. Αλλά που να το ξέρα ο αδαής.


Το Σπήλαιο Γλυφάδα (ή Βλυχάδα) Διρού είναι ένα από τα ωραιότερα σπήλαια στον κόσμο. Η ύπαρξη του ήταν γνωστή στους ντόπιους από το 1900 περίπου. Η πρώτη εξερεύνηση του όμως άρχισε το 1949 από τους ιδρυτές της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας, Γιάννη και Άννα Πετροχείλου. Μέχρι το 1960 είχαν εξερευνηθεί και χαρτογραφηθεί 1.600 μέτρα ενώ σήμερα το γνωστό μήκος του σπηλαίου ξεπερνά τα 14 χιλιόμετρα!


Το σπήλαιο άρχισε να σχηματίζεται πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Οι σταλακτίτες και οι σταλαγμίτες που σήμερα βρίσκονται κάτω από το νερό σχηματίστηκαν όταν η επιφάνεια της θάλασσας βρισκόταν πολύ χαμηλότερα από το σημερινό της επίπεδο. Το νερό μέσα είναι υφάλμυρο και έχει μεγάλη σκληρότητα. Η θερμοκρασία του είναι περίπου 14 C, ενώ του αέρα κυμαίνεται από 16 έως 19 C.


Μέσα στο σπήλαιο έχουν βρεθεί απολιθωμένα οστά πάνθηρα, ύαινας, λιονταριού, ελαφιού, κουναβιού και το μεγαλύτερο κοίτασμα ιπποπόταμων στην Ευρώπη. Κοντά στην φυσική του είσοδο έχουν βρεθεί κεραμικά που υποδηλώνουν την ανθρώπινη παρουσία.


Το ρολόι δείχνει κοντά 5 και μιας και έχουμε ακόμα χρόνο μέχρι να βραδιάσει, αποφασίζουμε να τραβήξουμε προς Σπάρτη και από εκεί μέσω Ταΰγετου να μεταβούμε στην Καλαμάτα. Τα αδιάφορα χιλιόμετρα μέχρι την Σπάρτη καταπίνονται σχετικά γρήγορα. Κοντά στην πόλη συναντήσαμε αρκετά μπλόκα και ραντάρ. Ας είναι καλά οι αντιθέτως ερχόμενοι οδηγοί που μας πέζαν τα φώτα.
Ακολουθούμε τις πινακίδες προς Καλαμάτα και η μαγεία αρχίζει:



60 μαγικά, καταπράσινα χιλιόμετρα ορεινής διαδρομής μέσα στην οροσειρά του Ταΰγετου.


Οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου μας αποχαιρετούν όταν στα πόδια μας εμφανίζεται η Καλαμάτα.


Μπαίνοντας στην πόλη παίρνουμε τηλέφωνο τον φίλο Μανώλη από το Moto Riders Club και σε λίγη ώρα καταφθάνει παρέα με τον Γιώργο ο οποίος βρισκόταν για δουλειές στην πόλη. Η βραδιά συνεχίστηκε σε ένα ταβερνείο, με τη συνοδεία μπόλικων μεζέδων και άφθονης μπύρας, και με τη μουσική υπόκρουση από δεκάδες ταξιδιάρικες ιστορίες. Οι τίτλοι τέλους πέσαν στο σπίτι του Μανώλη παρέα με αρκετές κούπες ρακόμελο αλλά με την ίδια μουσική υπόκρουση.

Όσο για την φιλοξενία του Μανώλη τι να πω… Εδώ κολλάει το “αξία ανεκτίμητη”… (Μανώλη, Γιώργο και λοιπό Moto Riders Club σας περιμένω σύντομα…)
28 Οκτωβρίου, Τι Μεθώνη, τι Κορώνη, τι Πύλο και Βοϊδοκοιλιά (χλμ 223)
View Larger Map
Το πρωινό ξύπνημα δύσκολο… τα νοερά βραδινά ταξίδια κράτησαν τα μάτια ανοιχτά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες και σε συνδυασμό με το ρακόμελο, το πάπλωμα μας έπεσε βαρύ. Με το ζόρι σηκωνόμαστε περασμένες 10:00 και αράζουμε στην βεράντα για πρωινό.
Για ακόμα μια φορά αρχίζουμε τις ιστορίες και η αναχώρηση γίνεται μετά βίας γύρω στις 12:00. Πρώτος σταθμός για σήμερα οι καταρράκτες στο Πολυλίμνιο.

Όπως υποδηλώνει και η ονομασία του πρόκειται από ένα σύμπλεγμα λιμνών -15 στον αριθμό- και καταρρακτών καλά κρυμμένα μέσα στο ομώνυμο φαράγγι. Οι λίμνες ενώνονται με ένα όμορφα διαμορφωμένο μονοπάτι με μικρά ξύλινα και γραφικά γεφυράκια.

Επόμενος σταθμός η Κορώνη. Παρά την αργία της ημέρας, η κίνηση στο δρόμο είναι μηδαμινή και σύντομα βρισκόμαστε να αγναντεύουμε το γνωστό της κάστρο.

Διασχίζουμε την πόλη η οποία μοιάζει με στοιχειωμένη. Δεν κινείται τίποτα, ούτε αυτοκίνητο, ούτε άνθρωπος αλλά ούτε και φύλλο. Φτάνουμε σε μια από της εισόδους του κάστρου και συνειδητοποιούμε πως πρέπει να εγκαταλείψουμε την μοτοσυκλέτα μας και να ανηφορίσουμε αρκετά.

Το ξενύχτι έχει κάνει τα πόδια βαριά, έτσι αφού χαζεύουμε για λίγο, παίρνουμε το δρόμο για Μεθώνη.


Ακολουθούμε μία όμορφη και ήρεμη σε σημείο ανησυχίας (ρε μπας και έγινε καμιά πυρηνική καταστροφή και εμείς δεν πήραμε χαμπάρι) διαδρομή και σύντομα βρισκόμαστε έξω από το κάστρο της Μεθώνης. Αφήνουμε την μοτοσυκλέτα στο πάρκινγκ και τραβάμε εντός αυτού.


Η καστροπολιτεία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οχυρωματικά σύνολα και καταλαμβάνει ολόκληρη την έκταση στα ΝΔ παράλια της Πελοποννήσου, με ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι, το οποίο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αποτελούσε σταθμό στο δρόμο των προσκυνητών για τους Αγίους Τόπους και των εμπορικών πλοίων από τη Δύση στην Ανατολή.



Νότια του φρουρίου βρίσκεται ο πύργος Μπούρτζι, χτισμένος σε μία μικρή βραχονησίδα. Οικοδομήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα και έλαβε την τελική μορφή του κατά τη Δεύτερη Eνετοκρατία. Xρησίμευσε ως έδρα φρουράς, φάρος, φυλακή και καταφύγιο σε καιρούς πολιορκίας. Μία λιθόχτιστη γέφυρα με καμάρες, συνδέει το Mπούρτζι με την πύλη του οχυρωματικού περιβόλου της Mεθώνης.


Και πάνω που απολαμβάναμε το πριβέ κάστρο μας (για να λέμε την αλήθεια το μοιραζόμασταν με ένα ζευγάρι Γάλλους), να ‘σου ο φύλακας ο οποίος μας ειδοποιεί ότι το κάστρο έχει κλείσει… Πάλι καλά που δεν έκλεισε απλά την πόρτα στο κατά τα άλλα αφύλακτο φρούριο…
Επιστροφή στην μοτοσυκλέτα και πορεία βόρεια μέχρι την Πύλο. Στάση στο λιμάνι για να απολαύσουμε τον κόλπο του Ναβαρίνου παρέα με μερικά κρουασάν τα οποία μάταια προσπαθούν να σβήσουν τις καούρες από τα χτεσινά ξύδια.



Και άλλη μία από ψηλά...
Επόμενος σταθμός η Βοϊδοκοιλιά. Είχα ακούσει τόσα πολλά που φοβόμουν ότι αυτό που θα δω θα με απογοητεύσει. Αντιθέτως όμως, μένω με στόμα ανοικτό. Το μέρος είναι ονειρικό. Βρίζω που δεν πήρα σκηνή και υπνόσακο μαζί μου.



Η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας
Συνεχίζουμε παραλιακά περνώντας από τα «Παριζιάνικα» Φιλιατρά και συνεχίζουμε μέχρι τους Κάτω Ταξιάρχες.

Αφήνουμε τα παράλια με τον ήλιο να προσπαθεί να κρυφτεί στα βάθη της θάλασσας. Η κούραση έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνιση της και το navigator αναλαμβάνει να μας πάει στην Ανδρίτσαινα. Το τοπίο είναι μαγικό αλλά οι κακοτεχνίες στην άσφαλτο θέλουν προσοχή. Μην θρηνήσουμε καμιά ζάντα…

Το φως του ήλιου μας έχει αποχαιρετήσει όταν επιτέλους φτάνουμε στο χωριό. Η αναζήτηση καταλύματος αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση. Τα δύο πρώτα (Αρχοντικό & Επικούρειος Απόλλων) γεμάτα.. μας στέλνουν στο Ξενία στο τέλος της πόλης. Με το φόβο ότι δεν θα βρούμε τίποτα όσο περνάει η ώρα, η Νατάσα ορμάει μέσα αλλά βγαίνει πιο γρήγορα από ότι μπήκε… “Δε μένω εδώ με τίποτα” μου λέει και τραβάμε για την τελευταία επιλογή που μας έχουν δώσει, στο ξενοδοχείο Απολλώνιον μερικά χιλιόμετρα πριν την είσοδο της πόλης.
Στεκόμαστε τυχεροί και πετυχαίνουμε δωμάτιο από ακύρωση της τελευταίας στιγμής. Πετάμε τα πράγματα μας και τραβάμε για μάσα στο χωριό. Το ραντάρ όσφρησης είχε εντοπίσει σουβλατζίδικο κατά την προηγούμενη διάσχιση της πόλης και η όρεξη για “βρώμικο” ήταν ομόφωνη.
Μερικά σουβλάκια αργότερα επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο για να λιώσουμε κάτω από τα ζεστά παπλώματα μας.
29 Οκτωβρίου, Επίκουρος Απόλλων, Καταρράκτες Νέδας και Αρχαία Ολυμπία (χλμ 185)
View Larger Map
Πρωινό για τα μπάζα, 2 φρυγανιές, ένα αυγό, μια μερίδα μέλι Γερμανίας και ένα βουτυράκι από τη Θεσσαλία… Σηκώνεσαι και πηγαίνεις για φαγητό, έτσι απλά… Ευτυχώς το σούπερ μάρκετ δεν απέχει και πολύ από το κατάλυμα μας.

Η Ανδρίτσαινα μόρνινγκ-μόρνινγκ
Μερικά χιλιόμετρα έξω από την Ανδρίτσαινα βρίσκεται ο Ναός του Επίκουρου Απόλλωνα. Όταν είχα πρωτογνωρίσει την Νατάσα μου είχε πει μια ιστορία για ένα θείο της, ο οποίος δούλευε στα νιάτα του στην τράπεζα του χωριού και στον ελεύθερο του χρόνο ξεναγούσε αφιλοκερδώς τους περαστικούς τουρίστες στον άγνωστο και αφύλακτο τότε αρχαιολογικό χώρο.

Φιλοτεχνήθηκε από τον Ικτίνο, τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα, γύρω στο 420 π.Χ και αφιερώθηκε από τους Φιγαλείς στο θεό Απόλλωνα, ο οποίος σύμφωνα με τη μυθολογία τους βοήθησε να ξεπεράσουν μια επιδημία πανώλης.

Είναι χτισμένος σε υψόμετρο 1130μ, προσφέροντας εκπληκτική θέα στις γύρω περιοχές. Δυστυχώς για εμάς, ευτυχώς όμως για το μνημείο, μια τεράστια τέντα το προστατεύει μέχρι το πέρας των εργασιών συντήρησης. Το θέαμα που αντικρίζει κανείς μόλις εισέλθει στο χώρο είναι τρομερό. Ένας ολόκληρος ναός σχεδόν σε άριστη κατάσταση στέκει μπροστά του…

Να σημειωθεί ότι το μνημείο αυτό είναι ο πρώτο μνημείο στην Ελλάδα που συμπεριλήφθηκε στους καταλόγους της Ουνέσκο ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς. Επίσης να σημειωθεί ότι τμήμα της ζωφόρου του ναού αποσπάστηκε και εκτίθεται στο “παντοπωλείο” των Άγγλων, γνωστό ως Βρετανικό Μουσείο.

Κατηφορίζουμε από την κορυφή για να προσπαθήσουμε να προσεγκίσουμε τους καταρράκτες της Νέδας. Ο φίλος και συνοδοιπόρος Νίκος ο οποίος είχε πάει πέρυσι, μου είχε πει ότι ο χωματόδρομος ξεκινούσε από το χωριό Πλατανιά. Ο Μανώλης από το Moto Riders Club όμως, σε προχτεσινή μας συζήτηση, μου ανέφερε ότι είχε συναντήσει πινακίδες από το χωριό Φιγαλεία, μιας και ο ίδιος δεν τους είχε επισκεφτεί. Επιλέξαμε την δεύτερη επιλογή, την Φιγαλεία, μιας και ήταν πιο κοντά στο δρόμο μας.
‘Όντως όπως ακριβώς μας περιέγραψε ο Μανώλης, από την πέτρινη πλατεία ξεκινάει ένας βατός αρχικά χωματόδρομος.

Έχει μερικές απότομες κατηφοριές οι οποίες όμως είναι τσιμεντομένες… μην κωλώσετε, εδώ κατέβηκε το TDM δικάβαλο. Μετά από περίπου 4 χιλιόμετρα φτάνουμε σε ένα παλιό πέτρινο μονότοξο γεφύρι. Στην άλλη πλευρά του αδιάβατου με όχημα γεφυριού καταλήγει ο δρόμος από το χωριό Πλατανιά που αναφέραμε νωρίτερα (χειρότερος όπως μάθαμε από κάτι μοτοσυκλετιστές που τυχαία συναντήσαμε). Να σημειώσω επίσης ότι από την πλευρά που κατεβήκαμε εμείς δεν υπάρχει χώρος στάθμευσης, με το ζόρι χωράνε 2-3 αυτοκίνητα (οι μοτοσυκλέτες χωράνε παντού), ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει μια μεγάλη απλάδα.
Τέλος βομβαρδισμού πληροφοριών, αρχή περπατήματος. Το ωραίο του σχεδόν άδειου τριβάλιτσου είναι ότι χωράει όλος ο μοτοεξοπλισμός σου μέσα. Έτσι μπορέσαμε να απολαύσουμε το περπάτημα με σορτσάκι, φανελάκι και αθλητικό παπουτσάκι (όλα σε ακι… ήντα Κρητηκάτσια είμαστε…).
Το μονοπάτι ξεκινά ακριβώς δίπλα από το γεφύρι, από την πλευρά της Φιγαλείας. Έχει ένα βελάκι ζωγραφισμένο σε ένα κάδο αλλά είναι πολύ εύκολο να το παραβλέψεις (ουκ ολίγοι τραβούσαν προς λάθος κατευθύνσεις).

Οι μικροί εξερευνητές λοιπόν, τραβάνε το σχετικά εύκολο μονοπάτι για να βρεθούν μετά από περίπου 20 λεπτά στον πρώτο καταρράκτη με τα γαλαζόλευκα νερά (λόγω των πετρωμάτων του).

Λίγο πιο πέρα κρύβεται ο “μεγάλος αδελφός”, ένας εντυπωσιακός καταρράκτης ύψους 20 μέτρων.


Χαζολογάμε για αρκετή ώρα πριν πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Αφήνουμε πίσω την μαγεία της φύσης, ανηφορίζουμε μέχρι την άσφαλτο και τραβάμε προς την θάλασσα ακολουθώντας την ίδια ακριβώς διαδρομή η οποία μας οδήγησε στην Ανδρίτσαινα χτες. Υπό το φως της ημέρας όλα φαίνονται διαφορετικά. Οι κακοτεχνίες που ανέφερα χτες διαβάζονται από μακρυά και η στριφτερή οδήγηση γίνεται απολαυστική.
Παραλιακά η κίνηση είναι αυξημένη αλλά εμείς σύντομα θα αφήσουμε τα παράλια για να κατευθύνουμε προς Αρχαία Ολυμπία.

Μετά τον Επίκουρο Απόλλωνα, η Αρχαία Ολυμπία μου έκατσε κάπως. Στον πρώτο, συντήρηση αναστήλωση και δέος, ενώ στον δεύτερο ελάχιστα πράγματα στέκονται όρθια και τα μισά από αυτά είναι μεταγενέστερης εποχής. Η μοναδική όρθια κολώνα που στέκει στο ναό του Διός είναι μούφα καθώς φτιάχθηκε κατά την περίοδο των ολυμπιακών αγώνων του 2004 για να δείξει το μέγεθος του ναού. Οι υπόλοιπες κείτονται δεξιά και αριστερά σαν τεμαχισμένες μπανάνες…

Η αλήθεια είναι ότι από καιρό ήθελα να επισκεφτώ αυτόν τον αρχαιολογικό χώρο, καθώς όλοι γνωρίζουμε τη σημαντικότητα της Αρχαίας Ολυμπίας για τον ελληνικό πολιτισμό. Όμως αυτό που αντίκρισα δεν ήταν αντάξιο των προσδοκιών μου. Με τη βοήθεια της Νατάσας, στο ρόλο της ξαναγού -καθώς είχε επισκεφτεί το χώρο αρκετές φορές με το σχολείο- κατάφερα να αναβιώσω με τη φαντασία μου τη μορφή που είχε ο χώρος εκείνη την εποχή, την όψη και τη λειτουργικότητα των κτιρίων καθώς και το αίσθημα του “ευ αγωνίζεσθαι” που επικρατούσε κατά τη διάρκεια διεξαγωγής των Αγώνων. Επίσης, πληροφορήθηκα ότι για την τωρινή μορφή της Αρχαίας Ολυμπίας ευθύνονται δύο σεισμοί, το 522 και 551 μ.Χ., σε συνδυασμό με τις πλημμύρες των ποταμών Αλφειού και Κλαδέου αλλά και τις κατολισθήσεις του Κρονίου λόφου.


Περιηγηθήκαμε για αρκετή ώρα στον αρχαιολογικό χώρο πριν τραβήξουμε να θαυμάσουμε το υπέροχο μουσείο στο οποίο η φωτογραφία χωρίς φλας επιτρεπόταν..


Άπτερος Νίκη

Ερμής του Πραξιτέλη
Τελειώνοντας την ξενάγησή μας, επιστρέφουμε στην μοτοσυκλέτα και βάζουμε πορεία για Δημητσάνα ακολουθώντας μια πολύ όμορφη και στριφτερή διαδρομή. Σε κάποια διακλάδωση συναντώ πινακίδα προς Δημητσάνα 45 χλμ (αν δεν κάνω λάθος). Το navi δείχνει από την άλλη πλευρά αλλά με περισσότερα χιλιόμετρα. Παίρνω το σύντομο δρόμο ο οποίος είναι και ο πιο δύσκολος όπως έμαθα αργότερα… Ένα φορτηγό χώνεται μπροστά μου και πηγαίνει με τις μπάντες. Στην πρώτη στροφή αδειάζει υγρά από την καρότσα του στην άσφαλτο. Κατά διαβολική σύμπτωση έχω ελαττώσει υπερβολικά ταχύτητα καθώς συζητάω κάτι με την Νατάσα. Πατάω πάνω σε ότι αφόδευσε το φορτηγό και η μοτοσυκλέτα αρχίζει τον Καλαματιανό (Πελοπόννησο είμαστε, τους τοπικούς χορούς έπιασε). Μένουμε κατά τύχη όρθιοι και μεταμορφώνομαι σε εγγλέζο (αριστερή λωρίδα, έχω και πρόσφατη εμπειρία από το ταξίδι στη Σκωτία). Το σκηνικό συνεχίζεται με το φορτηγό να αδειάζει αρκετά λίτρα πετρέλαιο σε κάθε στροφή (είχε και πολλές πανάθεμα το). Ευτυχώς κάποια στιγμή ο οδηγός το παίρνει χαμπάρι και σταματάει για να κλείσει το ανοικτό τεπόζιτο.

Οι ακτίνες του ήλιου μας αποχαιρετούν και πάλι, και ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα μας κάνει παρέα μέχρι την Δημητσάνα. Στάση στο πρώτο χοτέλι που δεν τέλει…. ούτε και το 2ο… αλλά ούτε και το 3ο. Με τα πολλά μας λένε “δύσκολο να βρείτε, είναι όλα γεμάτα λόγω του 3ημέρου” (καταραμένη κρίση σου λέει μετά) και μας στέλνουν στο μεγαλύτερο του χωριού. “Αν δεν βρείτε εκεί δεν θα βρείτε πουθενά” μας λένε…
Πάμε, τρώμε πόρτα αλλά μας συμβουλεύουν να τσεκάρουμκε και σε ένα άλλο λίγο έξω από το χωριό. Σαν το δημόσιο ένα πράμα, από γραφείο σε γραφείο. Τουλάχιστον εδώ είναι ευγενικοί…
Τραβάμε στο τελευταίο προτεινόμενο (Koustenis Village). Η παγωμένη όψη μας, μάλλον έκανε τον ιδιοκτήτη να μας λυπηθεί. Φυσικά δεν είχε δωμάτιο αλλά προθυμοποιήθηκε να πάρει μερικά τηλέφωνα μπας και μας βρει κάτι. Ακολουθούν δεκάδες τηλέφωνα και εν τέλει μας λέει την μαγική λέξη που θέλαμε να ακούσουμε: “Βρήκα!”… αλλά συνεχίζει: “σε ένα χωριό εδώ κοντά όμως. Δημητσάνα δεν υπάρχει τίποτα”. Και πάνω που μας εξηγεί πως θα πάμε στο κατάλυμα μας, ένα χέρι μας ακουμπάει στην πλάτη, συνοδευόμενο από μια φράση η οποία ακούστηκε σαν κελάηδισμα στα αυτιά μας: “Αδειάζω μόλις ένα δωμάτιο, μην φύγετε παιδιά, σε ένα μισάωρο θα είστε οκ”.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν να βγω έξω και να πελεκίσω τον ανδριάντα αυτού του άγιου ανθρώπου, αλλά τελικά προτίμησα το ζεστό τσαγάκι που μας πρόσφερε ο ιδιοκτήτης.
Μισή ωρίστα αργότερα τακτοποιούμαστε στο δωμάτιο μας και στη συνέχεια μεταφερόμαστε στη τραπεζαρία για να γεμίσουμε τα άδεια στομάχια μας.
30 Οκτωβρίου, Τα χίλια μύρια κύματα της επιστροφής (χλμ 380)
View Larger Map
Ανοίγοντας το παράθυρο πρωί-πρωί αντίκρισα την παρακάτω εκπληκτική θέα προς στο φαράγγι του Λούσιου:

Το πρωινό του ξενοδοχείου απίστευτο. Τρώμε τον άμπαχο και τραβάμε προς αναχώρηση. Αμ δε… Λάστιχο…. φταίει η χτεσινή εντουράδα που μου πετάει ένα κορδόνι. Μου το έχει ξανακάνει. Έχω δύο ειδών κορδόνια μαζί μου, κάτι λεπτά που πήρα γιατί αρχικά δεν έβρισκα και κάτι καλά παχιά-παχιά (που πήρα όταν βρήκα). Βάζω το λεπτό για δοκιμή… Είναι η πρώτη φορά που βλέπω κορδόνι να κάνει σαν τσιχλόφουσκα.

Βάζω ένα καλό μετά από πολύ δυσκολία (ευτυχώς που είχα φάει καλό πρωινό και είχα δυνάμεις) και αναχωρούμαι καθυστερημένα προς Πάτρα. Μικρή στάση στην πόλη της Δημιτσάνας για να την χαζέψουμε λίγο.



Σήμερα η μέρα είναι ταξιδιωτικά ψιλοάκυρη, καθώς κύριος μας σκοπός είναι να επισκεφτούμε του γονείς της Νατάσας και μερικούς φίλους στην Πάτρα. Η Δημητσάνα από μακρυά:

Ο χάρτης δείχνει στο δρόμο μας το φράγμα του Λάδωνα και λέμε να εμπλουτίσουμε με κάτι την ημέρα μας. Η ορεινή διαδρομή προς το φράγμα είναι απολαυτικότατη.




Τραβάμε παραλίμνια για λίγο πριν βγούμε στην εθνική οδό Πάτρας – Τρίπολης για να καλύψουμε τα τελευταία χιλιόμετρα που μας χωρίζουν με την πόλη της Πάτρας. Η μέρα κύλησε με επισκέψεις παύλα φαγητό σε γονείς και φίλους και κατά της 17:30 αναχωρούμε για Πειραιά. Ξέραμε ότι η επιστροφή θα ήταν ζόρικη λόγων των αιωνόβιων έργων στην Πατρών – Αθηνών αλλά και λόγω της επιστροφής των εκδρομέων. Αυτό όμως που συναντήσαμε δεν είχε προηγούμενο. Μέχρι την Ακράτα το navi έδωσε μέση ωριαία 47 χιλ! και πληρώσαμε και διόδια γι’ αυτό… Από εκεί και πέρα ο δρόμος έχει μεν κίνηση αλλά οι πολλές λωρίδες μας δίνουν την ευκαιρία να κινηθούμε με περισσότερα χιλιόμετρα καθώς κινδυνεύουμε να χάσουμε το καράβι. Νιώθω σαν να έχω πιεί έξι red bull. Όλες οι αισθήσεις δουλεύουν στα κόκκινα. Απέκτησα και μερικές νέες, όπως πλευρική όραση, πρόβλεψη κινήσεως οχήματος σε εμβέλεια 20 μέτρων και ακριβή υπολογισμό διάκενου προπορευόμενων οχημάτων.
Με το που φτάνουμε Σχιστό η κίνηση επιτέλους ηρεμεί και 20:50 είμαστε έξω από το καράβι… 10 λεπτά να καθυστερούσαμε ακόμα και θα το είχαμε χάσει… Επιβιβαζόμαστε, πίνω μια μπύρα μονορούφι για να πέσουν οι παλμοί και σωριάζομαι στην κουκέτα μου. Δεν θέλω να ξαναζήσω τέτοια εμπειρία.
Επίλογος
Παραδέχομαι, ότι τα ταξίδια στην Ελλάδα τα έχω αφήσει κάπως στο πλάι. Πιο εύκολα θα πάρω την απόφαση να “πεταχτώ” μέχρι κάποια γειτονική ή όχι χώρα, απ’ ότι να επισκεφτώ κάποιο μέρος της Ελλάδας. Είναι μεν η δυσκολία του ότι ζω σε νησί αλλά αυτό δεν αποτελεί τρανταχτή δικαιολογία. Δεν ξέρω γιατί αδικώ τόσο πολύ την Ελλάδα, αλλά ξέρω πως σίγουρα δεν της αξίζει τέτοια συμπεριφορά. Και έχω βάλει σκοπό -από εδώ και πέρα- να γνωρίσω σιγά-σιγά όλες τις ομορφιές της.
Στον Παναγιώτη που δεν πρόλαβε…
Ρε μπαγάσα περνάς καλά εκεί πάνω…


poli kali i voltoula sas paidia, me orees epiloges/ analoges empiries exo apo tin kriti prin pola pola xronia! H Ellada mas exei omorfies!!! alla k Istoria !!!!!!!
kali xronia na exete me polla asfali taxidia
By: babis koroni on 10 Ιανουαρίου 2012
at 4:23 μμ
Γεια σου ρε Μανο με την παρεα σου και τις ωραιες βολτες σου.
Πραγματικα ζηλευω και επειδη εχω βρεθει και εγω εκει οι φωτο σας ειναι πολυ ομορφες.
Να ειστε καλα να μας ταξιδευεται
By: Νεκταριος Μανουσακης on 11 Ιανουαρίου 2012
at 7:53 μμ
Μπράβο Στέλιο ν είσαι καλά και γρήγορα στο επόμενο.
By: Αλυγιζάκης Ιωαννης on 12 Ιανουαρίου 2012
at 9:49 μμ
..καλά..απίστευτα μερη και..α-χόρταγα…. ωραιο οδοιπορικό με πολλά κορυφαια στιγμιότυπα.. να“σαι καλά…
By: Themis on 15 Ιανουαρίου 2012
at 9:00 μμ
Φίλε μου να εισαι καλά!!
Μας ταξίδεψες..
Μου λες σε παρακαλώ αν τα χρώματα στις φωτογραφίες ειναι photoshop??
Εαν οχι συγχαρητήρια!!!!!
Τι μηχανή χρησιμοποίησες??
Σ ευχαριστώ και πάλι.
By: Κωστής on 13 Φεβρουαρίου 2012
at 11:17 μμ
Σ΄ευχαριστώ Κωστή…
Αρκετές φωτογραφίες είναι τραβηγμένες σε HDR. Δηλαδή τρεις φωτογραφίες, το ίδιο πλάνο, με διαφορετική φωτεινότητα. Στην συνέχεια τις συνθέτω σε μια και βγαίνει το αποτέλεσμα που βλέπεις, ολοζώντανα χρώματα σε όλο το βάθος της φωτογραφίας.
Η μηχανή που έχω είναι μια DSLR Olympus E420 με 2 φακούς (Zuiko 14-42mm 1:3.5-5.6 & Zuiko 40-150mm 1:4.0-5.6) + πωλοτικό ή UV φίλτρο. Δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο αλλά είναι πολύ μικρή (η μικρότερη DSLR) και με βολεύει αφάνταστα στη μεταφορά με μοτοσυκλέτα
By: Stelios on 14 Φεβρουαρίου 2012
at 6:49 μμ